Όλα ξεκίνησαν ένα τράτζικ φθινοπωρινό ξημέρωμα στα Εξάρχεια… (Σεπτέμβριος,2010 - Ιανουάριος 2014)

20130701

Spetses vol3 - Απο κρεβάτι σε κρεβάτι

Θα ήταν περίπου 8 το πρωί, ζήτημα να κοιμόμουν 3 ωρίτσες, όταν ένιωσα την ανάγκη να πάω να κοιταχτώ στον καθρέπτη.  Είχα ανησυχία γιατί ήξερα ότι έχω αφήσει μια δουλειά στη μέση. Η όψη μου θύμιζε βασανισμένο κλόουν, με υπερχείλιση από κόκκινο κραγιόν, το οποίο να έχει εξαπλωθεί στο 1/3 του προσώπου. Με μαύρους κύκλους, σε ρόλο Τζακ Σπάροου , μαλλί κοκαλωμένο, πλακουτσωτό σα να έχω φάει σφαλιάρα από την πλευρά που έπεσα για ύπνο – ήμουν μονόκερος με στραβό κέρος. Ήταν προφανές , ήμουν  σέξι. Αλλά κι ο Mr.Lova Lova ήταν σέξι και δεν είχε γυρίσει σίγουρα πριν τις έξι.

Η Ντράνα ταλαιπωρημένη  άνοιξε τα μάτια.  «Πήγες να ξεβαφτείς ε;», και ξανακοιμήθηκε ακαριαία, θαρρείς ότι παραμόνευε, λαγοκοιμόταν, περιμένοντας να πάω να ξεβαφτώ, για να αγαλλιάσει η ψυχή της. Με το βρακί και το μπαμπάκι στο μάτι, πλησιάζω το υπνοδωμάτιο του Mr.Lova Lova. Τεντώνω το αυτί να ακούσω κάποιον ήχο, ένα σημάδι ζωής. Σιγή ιχθύος. Ο Mr.LovaLova δεν είχε επιστρέψει, έμεινε με τη μπουζουξού; Μήπως του έριξαν το χάπι του βιασμού μέσα στο ουίσκι του; Nαι, μη γελάτε, ήταν πολύ πιθανό να του έριξαν κάτι στο ποτό, αφού όλο το βράδυ τον είχε απο κοντά μια Κονσομασιόν Πολυτελείας. Απο αυτές, που σε βάζουν να τους πάρεις Σαμπάνια, εσύ πίνεις και γίνεσαι κώλος κι εκείνες το χύνουν στη γλάστρα. Απο εκείνες, που σε βάζουν για ύπνο με τις κάλτσες και το πρωί σε διαβεβαιώνουν "πέρασα τέλεια, είσαι ο καλύτερος" κι εσύ δε το θυμάσαι, αλλά καμαρώνεις. Πάνω στην ώρα ακούω το κινητό της Τζέν-τζέν να κουδουνίζει. Μα ποιος επιτέλους στέλνει τόσα πολλά μηνύματα πρωί πρωί, το ένα πίσω από το άλλο; Μπουκάρω στο δωμάτιο. Η Μπέμπα είναι με την κλασική πόζα της νυχτερίδας, ξαπλωμένη στο κρεβάτι με τα πόδια όρθια επάνω στον τοίχο. Η Τζέν-τζέν έχει παρατάξει τα μαγιώ στη σειρά και προσπαθεί να διαλέξει με άμπεμπαμπλόμ ποιο θα βάλει. "Μιλάμε δε την πέφτει κανείς σε κανέναν έτσι...; Ο κόσμος έχει κατάθλιψη...", λέω συμπερασματικά πριν κάτσω στο κρεβάτι. Η Μπέμπα πετάγεται όρθια, με κοιτάζει απαξιωτικά, σα να την προσέβαλα, "μίλα για τον εαυτό σου!", είπε με ύφος εκατό καρδιναλίων. Ο μπουζουξής της είχε δώσει μια χαρτοπετσέτα με το νούμερό του. Η Μπέμπα, με αργό αισθησιακό βηματισμό, βγάζει τη χαρτοπετσέτα απο την τσάντα, την τεντώνει για να δούμε τον αριθμό, και φυσάει τη μύτη της με όλη της τη δύναμη. Ύστερα την πετάει επιδεικτικά στο καλάθι και ξανακάθεται σα νυχτερίδα.

«Ο LovaLova γύρισε;», λέω χαμηλόφωνα και συνωμοτικά. Τον είχα έγνοια, έναν τον είχαμε, έπρεπε να τον προσέχουμε περισσότερο. Η Τζέν-τζέν αποφάσισε να τον πάρει τηλέφωνο. Στήνει το αφτί της πίσω από την κλειδαριά και περιμένει. «Εάν ακούσουμε να χτυπάει, σημαίνει ότι είναι μέσα…» είπε. Πάνω στη στιγμή, ακούγεται ένα εκκωφαντικό ροχαλητό κι η Τζέντζέν κλείνει αστραπιαία την κλήση από την τρομάρα της, «Μέσα είναι! Εντάξει!», λέει. «Είσαι σίγουρη ότι τον άκουσες;», της λέω με δυσπιστία. «Ναι!», μου απαντάει κι επιμένω, «Είσαι σίγουρη ότι είναι αυτός;». Η Τζέν-τζέν αγανακτιμένη πλέον λέει «ε ναι! Εκτός κι αν είναι η…πολυτελείας!».

Κάποια στιγμή ο Mr.Lovalova ξύπνησε. "Είσαι σίγουρος οτι δε σε βίασαν; Είσαι σίγουρος οτι τα θυμάσαι όλα; Και πως βρήκες το δρόμο για το σπίτι; Και όταν ξύπνησες τι φορούσες;". Η Μπέμπα κρατούσε σημειώσεις. Η Ντράνα τον μύριζε σα  ντόμπερμαν της αστυνομίας. "Βρωμάς!", του λέει. "Βαρβατίλα;", ρωτάει εκείνος. "Κολώνια!" λέει η Ντράνα και τότε ο Lova σπεύδει να απαντήσει "Δεν έβαλα κολώνια! Δε βάζω τέτοια πράγματα εγώ! Δική της θα είναι!". Μας διέκοψαν οι απρόσκλητοι μουσαφιραίοι, ο Καλικάτζαρος (Παρθένος) και ο φίλος του. Είχαν καταφθάσει στο ξενοδοχείο μας για να μας αγχώσουν. Ο Καλικατζαράκος και ο φίλος του, μας έσφιγγαν σα στενός κορσές, μας είχαν κάτσει στο σβέρκο που λένε. Λες και μας είχαν βάλει ραντάρ, λες κι είχαμε κανονίσει να πάμε διακοπές μαζί τους, εμφανιζόντουσαν σε όλα τα μέρη και όλες τις ώρες της ημέρας, από την πρώτη στιγμή που πατήσαμε το πόδι μας στο νησί. Τώρα, ερχόντουσαν ΚΑΙ στο ξενοδοχείο μας! Να θέλουμε να μιλήσουμε σαν οικογένεια και να έχουμε κι αυτούς μέσα στη μέση. Να θέλουμε να μάθουμε λεπτομέρειες για τις κατακτήσεις του Lova Lova και να μη μπορούμε να μιλήσουμε άνετα. Να μας ρωτάνε "τιιι; ποιος;;; τιιι;; ποιος;;;". 

Ο Καλικατζαράκος είναι από τα τυπάκια που όταν δεν περνάει το δικό του, γίνεται άλλος άνθρωπος – όπως το καλό και το κακό γκόλουμ. Τη μια στιγμή είναι ευδιάθετος και στο τσακίρ κέφι και μόλις του πεις όχι το πρόσωπό τους σκοτεινιάζει και ρυτιδιάζει σαν τον κώλο της γριάς.  Η Τζέν-τζέν  τον έκανε καλά, ως Τερμινέητορ, που κάνει τους άνδρες να την προσκυνούν, χωρίς να κάνει απολύτως τίποτα. Η Τζέν-τζέν αποφάσισε, «θα πάμε στο Καίκι. Μας έχω κλείσει ένα  κρεβάτι και δύο ξαπλώστρες, γιατί η φτώχεια θέλει καλοπέραση!»... "Φτώχεια απο γκόμενους...;!" διορθώνω και ξαναπετάγεται η Μπέμπα "Αααα!Μίλα για τον εαυτό σου!".

 «Και δύο ξαπλώστρες;», σκέφτηκα. «Ωραία! Επιτέλους, ο Καλικατζαράκος και ο φίλος του θα ξεκουβαληθούν», σκέφτηκα. Ωστόσο, στις ξαπλώστρες βρέθηκαν ο Lova και η Μπέμπα, οι μεγάλοι εραστές των Σπετσών, οι μπουζουκο-κραδιοκλέφτες, ενώ ο Καλικάτζαρος μπαστακώθηκε στο κρεβάτι και ήθελε να τον αλείψουμε και με κρέμες να μην καεί το μούτρο του. Τα μαγουλάκια του φουσκώνανε απο χαρά καθώς η Τζέν-τζέν του άπλωνε το αντηλιακό. Ένα δευτερόλεπτο μετά αντιλαμβάνεται οτι έχει πέσει λάδι στη μπλούζα του και του γυρίζει το μάτι ανάποδα.

 Όλοι περιμέναμε το μετά, το ταβερνάκι. Η ιδέα ξεκίνησε από επιθυμία για  ούζο και  άρχισε να εμπλουτίζεται με μεζεδάκια…Επίσης στο σκηνικό, όταν ακόμη το σχεδιάζαμε, δεν είχαμε υπολογίσει τις δύο μικρές βδέλες.  Όμως ο Καλικατζαράκος είχε άλλα σχέδια…  Μα χρυσό μου, όταν ο  Παρθένος κάνει σχέδια, ο Κριός γελάει… 

Δεν υπάρχουν σχόλια: