Όλα ξεκίνησαν ένα τράτζικ φθινοπωρινό ξημέρωμα στα Εξάρχεια… (Σεπτέμβριος,2010 - Ιανουάριος 2014)

20110525

Dj. Mo last night…

Ήταν η τελευταία μέρα του guest dj Mo, που μας ταξιδεύει στην Πάρο κι από εκεί πίσω στην Αθήνα, κάθε Τετάρτη πίσω από τα decks…  Σουσουράδες, τσούπρες και τσαπερδόνες, καρακάξες, σαύρες και μπαζόλες, όλων των ειδών οι γυναίκες  μαζεύτηκαν γύρω μας και μας έδιναν κωλιές, για να πλησιάσουν , να του φιλήσουν τα χέρια, τα μάγουλα, ό,τι προλάβει η καθεμιά. Η miss Κανέλα, που συνοδευόταν από τον Βρά-Κί, είχε αφήσει την αφάνα της να πέφτει αισθησιακά στους ώμους της. Τα δάχτυλα του Βρά- Κί μπλεκόντουσαν στις μπούκλες της, κάποια στιγμή γίνεται πιο τολμηρός, το χέρι του έτοιμο να αρπάξει ότι προεξέχει, όρμησε μπροστά στο μπούστο της… Γούρλωσα για λίγο τα μάτια, μέχρι που η χερούκλα προσγειώθηκε στο εκκρεμές κολιέ της.

Ο Βρά-Κί, άρχισε να αφηγείται ιστορίες από τα παλιά, to know us better. «Αυτός είναι gay, κι αυτός είναι πρώην του gay και… στο Γκάζι… και…» κι όποτε αναφερόταν σε gay, έκανε έναν περίεργο ήχο, έναν ήχο που έμοιαζε  με την πολεμική ιαχή της Ζήνα,  ένα περίεργο remix «ιλρ-ιλρ-ιλρ-ιλρ-ιλρ!»  και «ούα-ούα-ούα». Παράλληλα, σήκωνε το χέρι του με κατεύθυνση προς το βορά καιτο  κουνούσε σα να λέμε «δρόμο παίρνει, δρόμο αφήνει». Είναι μπερδεμένο το ξέρω, θα ήταν πολύ πιο απλό να πει τη λέξη «gay».  «Κι εσύ, που τα ξέρεις όλα αυτά;», τον ρώτησε η Τζέν-τζέν, η οποία είχε ακούσει το όνομά της από τα χείλη του Λατίνου, ίσα με πέντε φορές παραλλαγμένο. «Το καταλαβαίνω… Κι εγώ, γεννήθηκα Ελένη!», είπε ο Βρά-Κί. Για ομοφοβικός, έχει χιούμορ.

«Ένα rose martini», παραγγέλνω ύστερα από πολύωρη σκέψη. Πάλι δεν είχα όρεξη για τίποτα συγκεκριμένο. Δεν ξέρω πως αισθάνομαι αυτό τον καιρό, ίσως αυτό να μου φταίει τελικά. Πως μου ήρθε το τριαντάφυλλο; Μάλλον εμπνεύστηκα από το λουλουδένιο ξώπλατο φόρεμα της Τζέν-τζέν. Ύστερα, ήρθε κι εξάδελφος του Βρά-Κί, και γίναμε μια όμορφη ατμόσφαιρα. Όλοι μαζί μιλούσαμε, όλοι μαζί  γελούσαμε… Για άλλο λόγο ο καθένας. Κάποια στιγμή, μια από τις τσαπερδόνες περνάει από πίσω μας. Η Τζέν- τζέν, που έχει μάτια και στην πλάτη, γύρισε να κοιτάξει, την ήξερε! Και μάτσα- μούτς και μπλά-μπλά… «Ποια είναι αυτή η τσαπερδόνα;» τη ρωτάμε.  «Ο Διευθυντής της μαμάς μου…» απαντάει . A-HA! Τι νόμιζες; Δεν θα απαντήσω; Έτοιμη την είχα την απάντηση… «Ιλρ-ιλρ-ιλρ-ιλρ-ιλρ!»-  «ούα-ούα-ούα».

«Αχ! Αυτό το τραγούδι μου θυμίζει τη Μανωλίτσα…» λέει η miss Κανέλα. Άρχισε να φουντώνει, να φουντώνει, να φουντώνει… Στο τέλος έπιασε ένα κότσο αλά Βαλμπόνα (ο κότσος της καθαρίστριας) γιατί τα αφτιά της είχαν πάρει φωτιά από τη μουσική. Άφησε ανεξίτηλα σημάδια αυτή η Μανωλίτσα… (που δεν είναι ίλρ-ίλρ-ούα-ούα παρότι τον λένε Μανωλίτσα). Από την άλλη, τρείς κατά πάσα πιθανότητα «ίλρ-ίλρ-ούα-ούα», έχουν βαλθεί να γίνουν άντρες με τη Τζέν-τζέν. «Μοιάζω με αγοράκι; Ε; Ε; Όχι πες μου!» εξιστορούσε ταραγμένη και κατέβαζε τεράστιες γουλιές cuba libre. Καταραμένη cuba libre. Τι μου θυμίζεις… Κι εκεί που προσπαθούσα να καταλάβω πως μια κοπέλα, ένα κοριτσάκι σαν  τη Τζέν-τζέν Terminator προκαλεί τα ανδρικά ένστικτα της gay κοινότητας, ξεφωνίζω ένα «θέλω ένα φιλάκι…».Μα τι έκφυλες πλέον!

Όχι βρέ, δεν ήθελα φιλάκι από τη Τζέν-τζέν… Τα συγκεκριμένα φιλάκια που μου ήρθαν στο μυαλό, είχαν ιδιαίτερη γεύση… γεύση από cuba libre. Είναι να μη μου κολλήσει το μυαλό… Αλλά επειδή κάτι τέτοιο θα ήταν αδύνατο, απλά έκλεψα λίγο από το ποτό της.  Κατά διαβολική σύμπτωση, το καλαμάκι κόλλησε στα χείλη μου και δεν έλεγε να ξεκολλήσει. Η Τζέν-τζέν τρόμαξε, νόμιζε ότι θα με ρουφήξει ολόκληρη το καλαμάκι. Το άρπαξε με τα δυο της χέρια, κρατούσε αντίσταση με το πόδι πάνω στο σκαμπό, έβαλε κι ένα φελό στα δόντια της για να μη τραυματιστεί από το σφύξιμο καιαιαιαι…  τραβάει δυνατά το καλαμάκι! Οι αγκώνες της πετάχτηκαν αστραπιαία πάνω στο τζιν τόνικ του Βρά-κί , το οποίο κατά την πτώση του  ποτίζει κινητά, τσαντάκια, τσιγάρα και το σύμπαν ολόκληρο.

Αφού μαζέψαμε τα αμάζευτα ο Βρά-Κί παρήγγειλε άλλο τζιν τόνικ,  κοιτάζω το κινητό, σα να είχα ακούσει προ δεκαλέπτου ένα μήνυμα. «ΘΑ ΠΑΩ ΓΙΑ ΔΕΚΑ ΜΕΡΕΣ ΙΣΠΑΝΙΑ-ΙΜΠΙΖΑ-ΜΑΡΟΚΟ» και ανάμεσα στις γραμμές «ΕΣΕΝΑ ΣΕ ΑΦΗΝΩ ΠΙΣΩ ΚΑΙ ΠΟΛΥ ΠΟΥ ΧΕΣΤΗΚΑ». Τιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιι;;;;; Πετάγομαι στο ταβάνι, αφηνιάζω, αφρίζω, βγάζω καπνούς από τα αφτιά και σπίθες από τα μάτια και με κίνηση κουμ-φού εκτοξεύω το δεύτερο Τζιν-Τόνικ στα ρούχα ολονών… Ακολούθησε τρεχαλητό μέχρι το Σούνιο κι ακόμα να ξελυσσάξω. 

20110524

Zozo's birthday


Έφτασα κλαμένη και συγχυσμένη στο σπίτι της Τζέν-τζέν, πακέτο με ένα παγωτό μπανάνα- σοκολάτα. Όλες τους ήταν ακόμα με τις πιτζάμες, είχαν καταβροχθίσει ό,τι υπήρχε στο ψυγείο, έκαναν μανικιούρ και κουτσομπολεύανε. Πήραμε ένα σπίρτο,  το καρφώσαμε στο παγωτό, το ανάψαμε και τραγουδήσαμε «happy birthday Ζωζώ» σα να μας είχαν βάλει νέφτι, για να προλάβουμε το σπίρτο πριν σβήσει. Θέλαμε να πιστέψει, ότι αυτή είναι η μόνη τούρτα που θα δει φέτος…

 Αμάν κάναμε για να τη διώξουμε από το σπίτι… Είχαμε σκοπό. Όταν επιτέλους έφυγε από τα πόδια μας, η Τζέν- τζέν, η miss Κανέλα κι εγώ θα πηγαίναμε να πάρουμε την σπέσιαλ έκπληξη  τούρτα της. «Να οδηγήσει η Τζέν-τζέν, θα είναι πιο διασκεδαστική  η διαδικασία!» πρότεινα. Πήραμε ένα γιγαντιαίο cupcake, με καρδούλες κι αστεράκια κι ό,τι μπορεί να φανταστεί ένας ζαχαροπλάστης, γιατί του τονίσαμε, «γιορτάζει μια Ζωζώ!».

Όμως, η Ζωζώ ήταν ασυνήθιστα μαζεμένη στα γενέθλιά της. Ούτε χρυσόσκονες, ούτε διαμαντένιο σουτιέν, ούτε καν πέρλα σκουλαρίκια. Κι ήταν ημέρα… Κυριακή. Η τούρτα- cupcake ήταν κρυμμένη στο ψυγείο του PU και περιμέναμε να καταφθάσουν οι γνωστές αργοπορημένες, Convodafone κι η Ντράνα για να την εμφανίσουμε. Προς έκπληξη όλων η Convodafone έφτασε πρώτη και μόνη. «Την άφησα! Ααααάχ!» είπε με ικανοποίηση, αφού αμέτρητες φορές την έχει περιμένει να έρθουνε μαζί κι έρχονταν στο τέλος του… πάρτι! Αυτή τη φορά όμως, δεν περίμενε, άργησε μόνο μια ώρα… Τελικά, έφτασε κι η Ντράνα πριν τις 12, κομψή, ντυμένη ναυτάκι Συριανό. Ασορτί ήμασταν!

«Να βγάλουμε την τούρτα;», λέει συνωμοτικά η μια στην άλλη κι η miss Κανέλα τρέχει να την φέρει, ενώ ο Mexican έχει συντονιστεί με «happy birthday to ya». Με το που είδε την τούρτα της η Ζωζώ, έβγαλε το καλσόν της από τη χαρά της! Πέσαμε όλοι με τα μούτρα, το cupcake υπέστη κατεδάφιση, σαν τους δίδυμους πύργους.  Χλάπα χλούπα, χλάπα χλούπα… «Φτάνει!», είπε η miss Κανέλα και την πήρε κι έφυγε.

Εντωμεταξύ, ο BlueEyes, που είχε αναλάβει και χρέη φωτογράφου,  μοίραζε απλόχερα κομπλιμέντα σε όλες μας, ενώ ο Jazzμένος ίσα που μίλαγε σε άλλες εκτός της Ντράνας, μη και μας φανεί ύποπτος, ή άπιστος ή δεν ξέρω κι εγώ τι.  Απορίας άξιον πως αυτοί οι δύο κάνουνε παρέα μεταξύ τους. Η μέρα με τη νύχτα…

Τέλος πάντων, μέχρι τώρα, η Ζωζώ είχε σβήσει ποπκόρν, παγωτό και γιγαντιαίο cupcake.
Κάποιος ενοχλήθηκε από τα πολλά φλας, από τη μάσα,  ποιος ξέρει από τι, κι εκνευρισμένος που τον στριμώξαμε, γυρνάει και της λέει «fuck you!». Γυάλισαν τα μάτια της, δεν πίστευε στα αφτιά της! «Οh, thank you darling!!!», του απάντησε και τον κέρασε μια μπουκιά από τυρκουάζ γλάσο…

Είχα κι εγώ την κατάκτησή μου… Ο Ποθητός, έτσι τον λέγανε, επέμενε ότι με έχει ξαναδεί στο αναγνωστήριο της Νομικής. Καλέ μου σου λέω, δεν έχω περάσει ούτε απ’ όξω! «Μήπως στο αναγνωστήριο τη δικής σου σχολής;» .Όχι, διάβαζα σπίτι μου. Κι εσύ τι παριστάνεις; Βολτάρεις σε όλα τα αναγνωστήρια για να τσιμπήσεις φοιτήτριες. Δεν είμαι πια φοιτήτρια. Γέρασα. Και καλά θα κάνεις να το καταλάβεις κι εσύ ότι γέρασες. «Θα πάμε για καφέ;».Όχι βέβαια! «Δώσε το τηλέφωνό σου!». Εεεε, όχι; «Γιατί;» Γιατί κλάνει το γατί.  Εκεί, επιμονή, να μου τραβάει το χέρι. Το έπαιζε φοιτητής της Νομικής ,μόνο που είχε ρυτιδιάσει σαν τον κώλο της γριάς. Μη χειρότερα…Κάτι τέτοιοι έρχονται και στην πέφτουν κι αρχίζεις να πιστεύεις οτι είσαι για τα μπάζα.

Τα ωραία όμως, γίνανε την επόμενη ημέρα. Η Ντράνα κι η miss Κανέλα έβγαλαν τα νύχια τους για μια φωτογραφία. «Βγάλτην τώρα μη γίνει χαμός!, να λέει η μία, «Εμένα μου αρέσω! Δεν τη βγάζω!», να λέει η άλλη. Κι όλα αυτά, για τα μάτια του… facebook

Ήταν τυχαίο...


«Θέλω να βρίσω τόσο πολύ κάποιον, μέχρι να στεγνώσει η γλώσσα μου», είπα στην Τζέν-τζέν. Και άμα στεγνώσει η γλώσσα μου, με τι θα την σβήσω; «Λοιπόν, ένα Strawberry Caipiroska  και γρήγορα!».

Τα βρήκα με τα κορίτσια μου, τα έχασα με τον άλλον, τον αχρείο, τον άτυχο το ν γκόμενο που λέει και το τραγούδι. Εμ, βέβαια, τα χάλια του προηγούμενου  τα πληρώνει πάντα ο επόμενος. Και ξέρεις, όταν δεν βρίσκεις κάποιον στο κινητό για ώρες, η τσαντίλα σου φουντώνει ακόμα πιο πολύ, λεπτό προς λεπτό… Κι η  ημέρα; Παρασκευή…

Η Ζωζώ έμεινε σπίτι, στα πρόθυρα νευρικής κρίσης με την επερχόμενη εξεταστική. Είχε πέσει στα τέσσερα με αιωρούμενα τα οπίσθια, σφιγγόταν και δάγκωνε τη γλώσσα της προκειμένου να τραβήξει μια ευθεία γραμμή. Εγώ την καταλαβαίνω, γιατί ούτε καρδούλα δεν μπορώ να ζωγραφίσω σωστά, μοιάζει με κώλος ανάποδος. Μη σκεφτόμαστε πρόστυχα τώρα…

Η  Ντράνα είχε κέφια, με ένα ποτό παραπάνω άλλωστε, αυτό είναι το αποτέλεσμα πάντα. Η Τζέν-τζέν από την άλλη, δεν είχε πιεί ακόμα, έκανε τη φιγούρα της στον Mister BlueEyes. Το πρόσωπο guest της βραδιάς, ήταν ο Κούλης, ο οποίος με κατατρόπωσε ψυχολογικά. «Χάλια είναι τα πράγματα… Θα πτωχεύσουμε σίγουρα… Σκατά κι η οικοδομή… Άμα δεν πάει καλά η οικοδομή δεν πάει καλά τίποτες!». Φαντάζομαι πως το μυαλό σας πήγε σε κάποιον στιβαρό εργάτη, όμως ο δικός μας Κούλης είναι επιχειρηματίας. Εκεί να δεις πρόβλημα…  Α! Και δεν είπε «τίποτες», αυτό το προσέθεσα εγώ για να θολώσω τα νερά.

«Γιουχούχούουυου» φώναξε η Ντράνα σε μια στιγμή, που έβαλε το τραγούδι της, σηκώθηκε κι άρχισε να χορεύει μόνη της, και τσά-τσά-τσά και τσού-τσού-τσού…  «Υποφέρω από το στρίμωγμα…» παραπονιέμαι και βλαστημάω την ώρα και τη στιγμή που σκέφτηκα να βάλω τακούνι. «Α, εμένα μου αρέσει το στρίμωγμα!» απαντάει ο Mr. BlueEyes. Τι ακριβώς σου αρέσει στο στρίμωγμα; Κλείνει του ώμους του, μαζεύεται όπως το σαλικάρι στο καβούκι του, φέρνει το ποτό κοντά του μη και του ρίξουνε μέσα ναρκωτικό, στριμώχνεται ανάμεσα σε δυο πλάτες και χαμογελάει. Ωραία, του αρέσει το στρίμωγμα! Πώς να ξεδιψάσω δεν ξέρω, βλέπω στη μπάρα ένα ξεχασμένο τζιν τόνικ. Το είχε παραγγείλει ένας φίλος του «Προέδρου», που ήταν κι εκείνος κάπου εκεί κοντά κι έκανε κλασσικά, δημόσιες σχέσεις.  «Τι θα γίνει; Θα το πιείς;» τον ρωτάω, γιατί τον τσάκωσα να πίνει ένα κοκτέιλ ροζ και να παραγγέλλει ακόμα ένα. Το άρπαξα και το ήπια χωρίς αναστολές, άλλωστε σε λίγο θα ξεχείλιζε από το ποτήρι, τόση ώρα αφημένο, λιώσανε και τα παγάκια. Ε, ρε, που πάμε ωρέ συγχωριανοί; Δεν θυμόμαστε τι έχουμε παραγγείλει;

Ο Κούλης ζαχαρώνει τη Ντράνα, την κουνιστρούλα. «Εγώ τον κοκκινοτρίχη θέλω όμως, να ξέρεις…» μου λέει προσπαθώντας να τον ξεφορτωθεί. Πως το ξέρω αυτό το βλέμμα, που θες να ξεφορτωθείς κάποιον και δεν μπορείς,  πόσο καλά το ξέρω.  «Να πρόσεχες τι έκανες», είναι η σωστή απάντηση, εμένα αυτή μου δώσανε πάντως. Αφού σας είπα, όλα κάπως έτσι ξεκίνησαν… (βλέπε κείμενο πάνω αριστερά).  Να μου πείτε ποιος σκαρφίστηκε «αμοιβαία τα αισθήματα μωρό μου» να πάω και να τον φτύσω.  Ζήτω ο Χατζιγιάννης, «άλλα λέω, κι άλλα κάνω κι άλλα εννοώ», μπορεί να παραλλαχθεί σε « μ’ αλλον τα’χω, άλλον φιλάω, κι άλλον θέλω εγώ…». Πφ! Γελοίο! Γιατί όπως λέει μια εξίσου γελοία τριτάντζα, «εγώ μερικά τραγούδια τα θεωρώ ποίηση!». Και μη βιαστείς να πεις ότι έχει δίκιο, για τη Νatata Todorido μιλούσε . ΟΥΣΤ!

Στο τρίτο ποτό, ζητώ ευγενικά από την Τζέν-τζέν, να με πάει σπίτι μου. «Πήγαινέ με, γρήγορα! Γρήγορα!!!». Μπουκάρουμε πάλι τρικάβαλο στο διθέσιο , με αδειάζουν στο βουνό και τρέχουν πίσω μη τους κόψει η κρέμα… Μη ρωτήσεις πως, αλλά πέντε λεπτά μετά, βρέθηκα σε μποτιλιάρισμα στη λεωφ. Βουλιαγμένης, ανάμεσα σε 3.000 εξαγριωμένους ποδηλάτες… 

Ciao Μανωλίτσα!


Αποτοξίνωση. Σταμάτησα να πηγαίνω Pere Ubu. Και γενικά, σταμάτησα να βγαίνω από το σπίτι. Τσακώθηκα με τη Ζωζώ, πλακώθηκα με τη Τζέν-τζέν κι ούτε να το ακούσω το έξω. Όσο καιρό εγώ έμενα μέσα, στο Pere Ubu γινόταν της κολάσεως…  Η Ντράνα γνώρισε επιτέλους τον κοκκινομάλλη που χρόνια αναζητούσε. Γιατί ο κοκκινομάλλης για τη Ντράνα, είναι αυτό που εμείς, οι υπόλοιπες φυσιολογικές κοπέλες, λέγαμε «Πρίγκιπα με το άσπρο άλογο». Ο κοκκινομούρης ήταν Δανός, αλλά έμενε στη Γλυφάδα λόγω δουλειάς. Η γλώσσα δεν ήταν πρόβλημα, μιλούσαν Αγγλικά κι όποτε το επέβαλλε η περίσταση, χρησιμοποιούσαν το body language.

Είχα χάσει πολλά επεισόδια με τη Ντράνα και τον κοκκινοτρίχη. Καταρχήν, δεν τον είχα δει ποτέ live. Αλλά και μόνο από το «Κοκκινοτρίχης», η εικόνα που μου ερχόταν στο μυαλό, έμοιαζε με ληγμένη κέτσαπ.  Δυο διαφορετικοί κόσμοι (τακούνα  και πετάλι ποδηλάτου) μπορούν να τα βρούν κάπου στη μέση;

Η αποχή μου από το P.U. κράτησε δυο εβδομάδες, μέχρι που ένα απόγευμα, η miss Κανέλα πρότεινε να πάμε οι δυο μας.  Εγώ κι η miss Κανέλα δεν βγαίνουμε ποτέ οι δυό μας… Δεν τα λέμε καν ποτέ οι δυό μας!

Ο καιρός είχε ανοίξει, θα έκανα την πρώτη μου δημόσια εμφάνιση με καλοκαιρινά. Που να βγάλω έξω το άσπρο πόδι; «Όχι στην ηλιοθεραπεία!» κρούει τον κώδωνα του κινδύνου η  miss Κανέλα. Παρά την εξωτερική μου ασπρίλα, μέσα είχα σηκώσει μαύρα πανιά…

-Παναγιά της Γουαδελούπης, είναι Άνοιξη! Την άνοιξη και τα Χριστούγεννα οι άνθρωποι ερωτεύονται! Κάνε κάτι μωρή, όλη μέρα ξύνεσαι!
-Μα τι λες τέκνο μου; Ουάμπα γιά! Καλοκαίρι έρχεται, ώρα για να χωρίσουν όλοι και να βρουν άλλους!
- Από πέρσι περιμένω το τραίνο…
-Βλαμμένο είσαι τέκνο μου; Το τραίνο πέρασε… Δεν πά να τρέχεις από πίσω, δεν παίζει να το πιάσεις!

Φφφφ… τέλεια! Πόσο γρήγορα πέρασε αυτός ο χειμώνας. Και πόσο ανούσια… Σαν χθες μου φαίνεται που κάναμε πρωτοχρονιά (είναι έξι επεισόδια πίσω για του λόγου το αληθές).  «Μμμμμ, τζούσι!!!» λέει ο Χόρχε καθώς μπαίνω στο μαγαζί με τα καλοκαιρινά. Κάθομαι στον καναπέ, πιάνω την πάρλα στη miss Κανέλα και τη φίλη της, που ετοιμαζόταν να αποχωρήσει. «Mojito!», λέω στη σερβιτόρα, μιας που αποφάσισα να φέρω το καλοκαίρι ένα μήνα νωρίτερα σχεδόν. Όταν μείναμε οι δυο μας, κάτσαμε δίπλα στον Mexican, που επίσης δεν είχε πολλή όρεξη εκείνη την ημέρα.

Η βραδιά απέκτησε ενδιαφέρον όταν η miss Κανέλα, εξομολογήθηκε ότι το φλερτ με τη Μανωλίτσα  (έτσι τον λέμε) χάλασε, επειδή η Μανωλίτσα στράβωσε σαν γκόμενα που είναι κι αυτός, με μια ανοησία. «Καλύτερα», της λέω, «δε μου γέμισε το μάτι…». Η Μανωλίτσα είναι ένας περίεργος τύπος. Το βλέμμα του είναι μελαγχολικό και πρόστυχο συνάμα. Το χαμόγελό του όμως, είναι σατανικό… Τα δόντια του, ξουράφι, από τη δομή τους, λες πως κόβει χειρότερα κι απο λαχανοκόπτη. «Και τον φίλησες;» τη ρώτησα έντρομη. «Δεν φοβήθηκες μη σου κόψει καμιά γλώσσα;», συνέχισα τρομαγμένη. Καλά που γλιτώσαμε από το βαμπίρ, λέω εν κατακλείδι.

«Έχω και κάτι ακόμα να σου πω…», λέει εκείνη, ανασηκώνει το φρύδι και συνέχισε αυστηρά «θα γίνω χορεύτρια!». Ας πιούμε στο τσά-τσά-τσά  τότε…  Με το που το ακούει ο Mexican, αρχίζει να ψαχουλεύει τα cd του… Με λίγο άρωμα Κούβας, και πάνω στον χορό, καταφθάνει στο μαγαζί ο Paulo, ως θαμώνας. Η miss Κανέλα έχει το κοκαλάκι της νυχτερίδας…  

Με τις τομάτες!

Το Πάσχα μου δεν ήταν τόσο διασκεδαστικό όσο ήλπιζα να είναι. Όσες μέρες έλειψα, τα κορίτσια μου ξημεροβραδιάζονταν στο Pere Ubu κι είχα ένα παράπονο, πως με είχαν ξεχάσει.  Δεν θυμάμαι τι μέρα ήταν,πάντως στα decks ήταν πάλι εκείνος ο dj που δεν γνωρίζω. «Α! Είναι ο Paulo!» μας συστήνει η Ζωζώ. Έχω χάσει επεισόδια μου φαίνεται… «Αλεξία! Γύρισες!!!», λέει μια φωνή, γυρίζω αν δω κι είναι η miss Κανέλα με ανανεωμένο look, ξανθό κατάξανθο μαλλί, εμφανώς αδυνατισμένη. Εμ βέβαια, όσο εμείς οι υπόλοιπες χλαπακιάζαμε κοκορέτσια, εκείνη άκουγε και ξανάκουγε το ηχογραφημένο αρχείο στο κινητό της «Bikini! Bikini!», της Ντράνα.

«Άρχισε να μετράς αντίστροφα… Σε δυο βδομάδες είναι το Παρτι!», μου λέει και ετοιμάζεται να με επιστρατεύσει για δουλειές, αλλά σφύριζα αδιάφορα. Πάνω στην ώρα, μπαίνουν ο Πρόεδρος, ο BlueEyes και ο Jazzμένος, τρείς γνωστοί θαμώνες, ειδικά ο ένας είναι πολύ γνωστός  μου και λίγα βράδια πριν τα πίναμε μαζί στην Πάρο.  Με κάτι τέτοιες συμπτώσεις, ειλικρινά το μυαλό μου και ο χωροχρόνος  μπλέκουν τα μπούτια τους. Πότε ήμουν εκεί, πότε ήρθα εδώ, το ίδιο και το αυτό.

Τελικά, αυτό συμβαίνει μετά τα 20; Αρχίζει και το Αλτσχάιμερ; Κάποτε γυρνούσα από την Πάρο γεμάτη, πλήρης. Φέτος γύρισα μελαγχολημένη, νοσταλγός του rock n roll που λέει και το τραγούδι. 

Ο Paulo κι η Miss Κανέλα είχαν ήδη αρχίσει ένα πολύ αθώο φλερτ (απ ‘όσα γνωρίζω) κι εγώ βαριόμουν και μόνο που υπήρχα.  Δεν ήξερα καν τι θέλω να παραγγείλω.  Γενικά έχει μεγάλη σημασία η διάθεση για την επιλογή του σωστού κοκτέιλ. «Γλυκόξινο;» με ρωτάει ο Λατίνος… «Όχι...» του απαντάω εντελώς άκεφη.
Γιατί είμαι τόσο ανάξια να περάσω καλά; Όχι ότι έχω πολλούς λόγους να το γλεντήσω δηλαδή, η δουλειά που είμαι δεν μου προσφέρει τίποτα, ούτε ένα ευρώ, ούτε καν καλό πρωινό καφέ. Στις διακοπές μου πέρασα πολύ μέτρια… Αυτός που θέλω, δεν με θέλει… Πραγματικά, είμαι για να μου πετάξουν ντομάτες! Ντομάτες; Αααααχ! «Ένα bloody Mary», λέω τελικά διστακτικά, γιατί μέχρι εκείνη την ημέρα, το bloοdy Mary μου φαινόταν αηδιαστικό. Ναι. Αηδιαστικό. Τρία τέτοια ήπια εκείνο το βράδυ.


Κι η ατμόσφαιρα ηλεκτρισμένη... Το σπέσιαλ εφφέ είναι που το Bloody Mary ήταν διακοσμημένο με ένα μεγάλο πράσο, απο το οποίο κρεμόντουσαν δυο ντοματίνια. Τον πούλο...

Τι ωραία κουζίνααα!!!


Μια μέρα πριν φύγω για το νησί μου, Τρίτη ήταν θυμάμαι, βρεθήκαμε κατά τις 9 στο Pere Ubu. Φορούσα ότι είχε ξεμείνει έξω από τη βαλίτσα, δηλαδή σχεδόν τίποτα (με την καλή έννοια). Η μπάρα ήταν άδεια ακόμα, έτσι είχαμε την ευκαιρία να απλωθούμε από τη μεριά του Mexican, χωρίς να στριμωχτούμε.  Βέβαια, εκείνη την ημέρα κάποιος άλλος ήταν dj, αλλά ποιος; Δεν τον έχω ξαναδεί… Ήταν ψηλός, γεροδεμένος κι επιτρέψτε μου να σχολιάσω, μπρατσαράς.

Anyway, η Ντράνα είχε ξεκινήσει ήδη από το Σάββατο να μου υπενθυμίζει με τσιριχτή φωνή «Bikini» και αποφάσισα να ξεκινήσω δίαιτα, με ένα απλό, ταπεινό λευκό κρασί.  Πριν προλάβω να πιώ το μισό, είχαν καταφθάσει το Ζαμπονάκι, η Σουηδέζα και ο Σφίχτερ, φίλοι της Ζωζώς. Το Ζαμπονάκι γλυκοκοιτούσε τη Τζέν-τζέν. Κάθε τρείς και λίγο έσκυβε κάτι να της πει (δε λέω, ψηλό παιδί), της πείραζε τα μαλλιά και γενικότερα, δεν ήξερε από πού να την πιάσει, ενόσο εκείνη κουνούσε αδιάφορα τους ώμους της στον ρυθμό του μπίτ. Ήθελα να κάνω μια καλή πράξη, άλλωστε, ποτέ δεν ξέρεις… «Σινεμά και παγωτό», του ψυθιρίζω. Δεν κατάλαβε. «Σινεμά και παγωτό, ραντεβού! Ααααα! Και μπισκότα!» συμπληρώνω μήπως και πάρει μπρος. Το Ζαμπονάκι όμως δεν έλεγε να ξεθαρέψει.
Ο Σφίχτερ βρισκόταν σε υπερένταση. Δεν προλάβαινε να μπανίσει τις κοπέλες γύρω του, έλεγες ότι θα εκραγεί ο εγκέφαλός του αν δει ακόμη ένα θαρραλέο ντεκολτέ. 

Η Μπέμπα ήταν κάπου εκεί τριγύρω,  έριχνε λοξές ματιές, σα να μας φωτογραφίζει. Εκείνη τη στιγμή, στρίβω το κεφάλι προς την είσοδο και βλέπω έναν ξανθό. Με το μπαρδόν κι όλας, γιατί δεν ξέρω τι χρώμα μαλλί έχεις, αλλά εμένα ανέκαθεν μου άρεσαν οι μελαχρινοί (εξαιρείται ο Χόρχε). Αυτός ο ξανθός  κοιτούσε μάλλον τυχαία στην αρχή, επίμονα στη συνέχεια κι είχε το κατιτίς του, μοιάζει και πολύ με έναν ηθοποιό, ίσως γι’ αυτό να ξεχώρισα το ξανθό κεφάλι του μέσα στο πλήθος.  Μπα, η ιδέα μου θα είναι… Με το που τελειώνω το κρασί μου, έρχεται ένα δεύτερο, κερασμένο από τον ξανθό στο βάθος… Θα ήταν αγένεια να μην τον τσουγγρίσω. Πιάνουμε την κουβέντα, η συζήτηση αποκτά ενδιαφέρον, είναι τόσο ευγενικός που δεν φοβάσαι να γελάσεις λίγο παραπάνω. Και ξαφνικά, κάνει την ερώτηση κόλαφο. «Πότε έχεις γεννέθλια;», ρωτάει. «Πριν λίγες μέρες!» του απαντάω. «Αααα, Κριός!!! Εγώ είμαι Ταύρος!». Ναι,ναι…

Μέχρι να γυρίσω  στην παρέα μου, έχουν έρθει τα πάνω κάτω. Ο Σφίχτερ έχει στριμώξει τη Σουηδέζα ( «χούφτωστη, χούφτωστη!») η Ζωζώ έχει εξαγριωθεί με κάτι που δεν γνωρίζω, η Μπέμπα κατεβάζει μονοκοπανιά το ποτό και θαρρείς πως βιάζεται να φύγει κι η Τζέντζέν αδιαφορεί στις τσαχπινιές του Ζαμπονακίου, γιατί παρακολουθεί τι γίνεται μέσα στο μπαρ, όσο ο GPP της στέλνει φιλάκια και της κάνει ματάκια. «Τώρα τώρα τώρα, όλα όλα όλα» της λέει. «Τι;», αποκρίνεται κι εκείνη έκπληκτη. 

Σε λίγο ο GPP έχει βγει έξω από το μπαρ, την έχει πιάσει από το χέρι και την τρέχει κάτω στις σκάλες. Ανοίγει μια πόρτα και βρίσκονται στην κουζίνα. Δυο μαύροι, αγκαλιά με κατσαρόλες είναι κάπου εκεί στο βάθος και μιλάνε στη γλώσσα τους (???). «Αυτή, είναι η κουζίνα!» της λέει υπερήφανος κι ετοιμάζεται να ξαναφύγει τρέχοντας για να αποτελειώσει το espresso  martini που είχε αφήσει στη μέση. Η Τζέν-τζέν, που τα είχε χάσει φυσικά, δεν ήξερε τι να πει. Να γελάσει; Να τον κλωτσήσει; Να συστηθεί στους μαύρους σαν σωστή lady; «Ωωω! Τι ωραία κουζίναααα!», αναφώνησε κι επέστρεψε στην μπάρα προβληματισμένη. 

20110523

Το μυστικό της νεότητας...


Τα γενέθλια της Miss Κανέλας ήταν λιγότερο περιπετειώδη, αλλά περισσότερο γκλάμουρους. Ήταν Σάββατο βλέπεις κι είχαμε βάλει τα καλά μας. Φορέματα, σακάκια, τακούνια, γκλίτερ και κόκκινα κραγιόνια…  Δεν παίζεις τουρτοπόλεμο έτσι…

Εκείνη τη βδομάδα, περάσαμε περισσότερες ώρες στο Pere Ubu παρά στα σπίτια μας. Κι είναι λίγο δύσκολο να τα βάλω όλα σε μια σειρά, γι’ αυτό λέω να μιλήσω λίγο για τους άλλους… (η εύκολη λύση).

Η miss Κανέλα, έγινε 30,όμως δεν ταράχτηκε καθόλου. Καταρχήν, όχι μόνο στις φωτογραφίες, αλλά και από κοντά, μοιάζει μικρότερη από εμένα το σαπιοκάραβο. Είναι να μη λάμπεις παιδί μου… Τις προηγούμενες μέρες, την είχα στριμώξει να μου ομολογήσει το μυστικό της νεότητας. Πως γίνεται να μοιάζει 19 στα 30;

«Λοιπόν, παίρνεις ένα μπολ και το γεμίζεις μέχρι τη μέση με αλατόνερο. Προσθέτεις ένα κοκαλάκι νυχτερίδας, ένα νύχι αετού και μια μίξα κροκόδυλου. Πασαλίβεις τη μούρη σου κάθε ημέρα που ξυπνάς και κάθε βράδυ πριν κοιμηθείς. Α! Κι αν θες να το χρησιμοποιήσεις και για τον κώλο, μη ξεχάσεις να προσθέσεις και λίγη κανέλλα…».

Τι γελάς μωρέ; Λες να σου έλεγα ποτέ την πραγματική συνταγή; Ας γελάσω, χουαΧΟΥΑχουα.

Η Τζέν-τζέν αντιπροτείνει… « Παίρνεις την οδοντόκρεμα… Αυτό. Τέλος! Βάζεις οδοντόκρεμα στη μούρη σου και κοιμάσαι με αυτή! Ούτε νυχτερίδες, ούτε κατσαρίδες…». Παλιά η συνταγή, μας την έλεγε η Jennifer Lopez στη super Κατερίνα, γύρω στη δεκαετία του ’90. Τότε που είχαμε σπυριά στην περιοχή Τ και νομίζαμε ότι την πρώτη φορά που κάνεις σεξ είναι ωραία κι αγαπάς.  Καμιά πιο πρόσφατη συνταγή;  (φέρτε πίσω τα σπυριά και πάρτε μου τις ρυτίδες! )

Η Ντράνα φυσικά θα έλεγε την τελευταία κουβέντα. Ανοίγει το μικρό βραδινό της τσαντάκι και βγάζει μια λίστα, σε ροζ αρωματισμένο χρώμα. Την έχει πάντοτε μαζί της σαν κατάλογο πλασιέ… « Ροζ μπουκαλάκι 1: Κατά της γήρανσης, Ροζ μπουκαλάκι 2: Για ανάπλαση Ροζ μπουκαλάκι 3: Για βαθιά ενυδάτωση Ροζ μπουκαλάκι 4: Για ροζ μαγουλάκια Ροζ μπουκαλάκι 5,6,7,8….».Stooooooop!

Η Μπέμπα αγχώθηκε. Έκλεισε τα μάτια κι άρχισε να περιφέρει το δάχτυλό της πάνω απο το ροζ χαρτί για να διαλέξει ένα απο τα πολλά μπουκαλάκια. "Ενυδατική", αυτά. 

Εσύ Ζωζώ; «Sex».

Αυτό είναι το μυστικό της νεότητας… Αφήστε κάτω τα βατραχοπόδαρα και τρέχτε… 

Τουρτοπόλεμος...


Σε λίγες ημέρες θα έφευγα για Πάρο μετά βαΐων και κλάδων. Κάθε χρόνο έτσι κάνω η άπιστη… Πριν από αυτό όμως, δυο περήφανα Κριάρια, εγώ κι η miss Κανέλα, έπρεπε να γιορτάσουμε τα γενέθλιά μας, φυσικά, στο Pere Ubu.  

Δεν τα γιορτάσαμε μαζί… Τα δικά μου γιορτάστηκαν Κυριακή, η αγαπημένη μου βραδιά στο μπαρ.  Μη χαίρεστε, κανείς δεν μου έκανε έκπληξη. Μόνη μου έφερα την τούρτα, μόνη μου την έκρυψα, μόνη μου την αποκάλυψα. Η Ντράνα είχε έρθει με μοναδικό σκοπό της ζωής της να φωτογραφηθεί. Η Τζέν-τζέν ήτο σα να βαριέται κι η Ζωζώ χόρευε σε μια γωνία μόνη της ως συνήθως. Λίγο μετά ήρθε κι η Convodafone με τα δώρα! Περιττό να σχολιάσω το γεγονός ότι ακόμη και στα γενέθλιά μου, μια δύσκολη στιγμή της ζωής μου διότι περνάμε στα 23 έτη ζωής και ταλαιπώριας, όλες τους ήρθαν με μια ώρα καθυστέρηση.

Εγώ ζούσα το δράμα μου, γιατί άμα το καλοσκεφτείς, τα 23 αν τα στρογγυλοποιήσεις, γίνονται 25. Η τραμπάλα αρχίζει να γέρνει προς τα 30. Και λένε ότι ο χρόνος όσο μεγαλώνεις τρέχει ακόμα περισσότερα, άρα μετά τα 30 ένα τσάκ κάνεις κι έφτασες τα 40. Κι άμα φτάνω τα 40, σε λίγο κλείνω και τα 50, κλείνω και τα πατζούρια μου.

Και δώστου φωτογραφίες η Ντράνα. Και να βγαίνω σε όλες, ένα τέρας, κοντό και χοντρό, ξεμαλλιασμένο, ξεβαμμένο, σα να έχω φάει μπουνιές. Με τα αφτιά μου να πετάνε και τα δόντια μου να είναι έτοιμα να πέσουν. Σα να μεγάλωσε κι η μύτη μου… Μη μιλήσω για τον απαίσιο φωτισμό, που τόνιζε όλες, μα όλες μου τις ρυτίδες. Ένα χούφταλο με τα όλα του.

Είναι μύθος ότι στα γενέθλιά σου  σού δίνουν ευχές και πρέπει να χαμογελάς. Εγώ σκεφτόμουν τους έρωτες που έχασα, τα χρόνια που πέρασαν, αυτά που δεν έχω κάνει ακόμα και που μαύρη κρίση, δεν ξέρω αν θα κάνω ποτέ.

«Δεν θέλω φωτογραφίες! Δεν μπορώ να έχω το μυαλό μου πως θα ποζάρω, πόσα χιλιοστά πρέπει να ανοίξω το στόμα μου ώστε το χαμόγελό μου να δείχνει normal κι όχι ξεχειλωμένο ως τα μπούνια! Σταμάτα επιτέλους!» φώναξα στη Ντράνα. Στην αρχή παρεξηγήθηκε… Μετά συνέχισε τη φωτογράφιση αφήνοντάς με εμένα στην απ’ έξω. Η Ζωζώ και η Τζέν-τζέν μιλούσαν περί ανέμων και υδάτων με τον GPP και τον Λατίνο κι ο Mexican μέχρι να βάλει το «happy birthday» τα κεράκια κόντεψαν να αυτό-ανακυκλωθούν. Όλοι γραμμένη με είχανε. Ήθρε κι ένας αποτυχημένος γκόμενος για καμάκι - τη Ντράνα καμάκωνε- και μας παρίστανε τον Παριζιάνο. Του έπιασα κι εγώ την πάρλα στα γαλλικά, που τόσο είχα ανάγκη εκείνη τη στιγμή και τι μου λέει ο μαλάκας; Οτι δεν έχω προφορά! Την κατάρα μου να έχεις, τρισάθλιε Ελληνάρα ψυλομύτη, που θα πεις σε μια ντόπια Τουλουζιέν, που στο αίμα της κυλάει το dna της Μαρί Αντουανέτ, οτι δεν έχει καλό αξάν. Μας είπανε και βλάχες! Θα σε κάνω να φτύσεις την τούρτα που έφαγες! Con!

 Ήπια πολύ για να ξεχαστώ… Άσε που σχεδόν κανείς δεν έτρωγε την πεντανόστιμη τούρτα, επειδή όλοι νηστεύουν. Πφ… Δεν έχουν το Θεό τους αυτοί οι άνθρωποι!!! Αφού δεν την έτρωγαν κι αφού αποφάσισαν ομαδικώς να με γράψουν, αποφάσισα να παίξω μόνη μου τουρτοπόλεμο. Η τούρτα μεταμορφώθηκε σε νιανιά σφαιρίδια που έφευγαν σαν σφαίρες αρχικά πάνω στη Ζωζώ... Λίγο μετά όμως, κομμάτια τούρτας εκτοξευόντουσαν απο παντού... 

Δεν θέλω να μεγαλώσω ρε, πως το λένε;

Καθαρά Δευτέρα...


Η Τζο (μικρή αδελφή της Τζέντζέν) έψαχνε μετά μανίας για σοκολάτα… Η Ζωζώ έτρωγε το κοτόπουλο σα να μην υπάρχει αύριο κι η Τζέντζέν με ένα ντοματίνι στο στόμα έκανε αναπαράσταση τα χθεσινοβραδινά ευτράπελα… Έτσι τις βρήκα όταν  μπήκα σπίτι… Ο πρωινός μας καφές κράτησε μέχρι τις 7 το βράδυ. Είχαμε λύσει το μεγάλο αίνιγμα, είχαμε κολλήσει όλα τα κομμάτια του παζλ από το αποκριάτικο πάρτι και τώρα εξακριβωμένα, ήμασταν ρόμπες ξεκούμπωτες, αμαρτωλές και ξευτιλισμένες μέχρι εκεί που δεν πάει. Όχι όλες, αλλά τι σόι φίλη θα ήμουν αν έβγαζα την ουρά μου απ’ έξω;;  Τέλος πάντων, στις 9 αποφασίζουμε να αποτελειώσουμε ό,τι ξεκινήσαμε. Βγάλαμε τις πιτζάμες, βάλαμε ό,τι βρήκαμε μπροστά μας και κατηφορίσαμε πάλι μέχρι το μαγαζάκι.

Κλειστό ήτανε… Είχαν μαζευτεί οικογενειακώς για τα κούλουμα. Πάνω στη χώνεψη τους πιάσαμε… Διώξαμε τους συγγενείς τους όπως- όπως και μπαστακωθήκαμε στο μπαρ. Ήταν να μη γίνει η αρχή… Η πόρτα άρχισε να ανοιγοκλείνει, ο κόσμος να ορμάει μέσα, όπως ορμάει η ύαινα στο φρέσκο κρέας! Ο Χόρχε τα είχε πάρει στο κρανίο, είχε γίνει κόκκινος σαν καβούρι της Καραϊβικής (έλα, ταξίδεψε μαζί μου αναγνώστη…). «Εμείς εδώ την αράζουμε, δεν έχουμε ζωή» να λέει ο Λατίνος. Ο Χόρχε ήταν ασυγκράτητος.. έκανε τα πάντα να διώξει τον κόσμο. Έβγαζε έξω την κοιλιά του και τη φούσκωνε σαν μπαλόνι, έβαζε τα χέρια του σε σημεία που δεν πρέπει ποτέ να τα βάζεις Τοτέ όταν φτιάχνεις κοκτέιλ σε πελάτη… Ο Καβαλιέρε Βασίλιους με τον Latino έκαναν ρεμίξ μουσικής και ηχορυπαντικού «Μπιπ μπιπ»… και τέλος, προς ένδειξη διαμαρτυρίας οι μπαρ-τέντερς άρχισαν να σχεδιάζουν τον χώρο στον οποίο σκοπεύουν να βιδώσουν δυο τρία ντιβάνια, ώστε να μη χρειαστεί να βγαίνουν ούτε για τον ύπνο από το μπαρ. «Δεν δουλεύουμε σήμερα, αλλά πες μου εσυ τι θες να πιείς… έλα πές μου!» έλεγε αναψοκοκκινισμένος ο ταλαίπωρος μπαρμανΑΚΟΣ.

«Λοιπόν», προτείνει ο ένας (σε όλους κι όλοι σε έναν) ή το κλείνουμε τώρα και τους διώχνουμε, ή το πάμε μέχρι το ξημέρωμα και ζητάμε αύριο τα διπλά». Έτσι κι έγινε… Από εκεί που μας έδιωχναν με κάθε δυνατό τρόπο, άρχισε να στριφογυρίζει η πολύχρωμη ψηφιακή ντισκομπάλα, η μουσική δυνάμωσε, οι μπαρτέντερς φόρεσαν μάσκες κι άρχισαν να τρέχουν πίσω από το μπαρ με τον χαρταετό και την αμολοκαλούμπα… Σόου!

Στο σκαμπό μου οι λαθροθαμώνες είχαν παρκάρει γύρω στα 30 μπουφάν. Με θράσος έκατσα πάνω τους – ευτυχώς που είναι ψηλοτάβανο γιατί ειδάλλως θα είχα φτάσει στο ταβάνι. Πίσω μου είναι δυο βλαμμένοι γκόμενοι, ο Τέρας κι ο Σκιέρ. Ο Σκιέρ (καμία σχέση το παρουσιαστικό, απλά το μαλλί του ήταν σαν πίστα χιονοδρομικού) έσκυβε κάθε τρεις και λίγο να μου αμολήσει την εξυπνάδα που σκέφτηκε. Παράλληλα μασούσε την τσίχλα τόσο κατσικίσια, που εκτός ότι μου ερχόταν στη μύτη η απαίσια ξεθωριασμένη μυρουδιά, πεταγόντουσαν και σταγονίδια αηδίας, από αυτό το φρικιαστικό στόμα.  Η επιστήμονας Τζέντζέν αποχώρησε, διότι είχε κλινική την επόμενη ημέρα. Λίγο μετά όμως, το σόου είχε πάρει τόσο μεγάλες διαστάσεις, που ήταν αδύνατο να μην την ενημερώσω. Λέω με νόημα στη Ζωζώ «Α, δεν πάει άλλο, θα δώσω ραπόρτο…». Η Ζωζώ δεν κατάλαβε μάλλον, άνοιξε λίγο το στόμα (στην αρχή αισθησιακά, στην πορεία σαν χάνος) και γεμάτη έκπληξη ρωτάει «Τι; Πως γίνεται αυτό;». Οκ λέω, τη γ****με, πάλι μεθυσμένη είναι. Άκου εκεί πως γίνεται…
Μια άγνωστη κοπέλα, που όμως μου έμοιαζε εκπληκτικά, ορμάει ανάμεσά μας και δείχνοντας με την αδιακρισία της Ντράνας και το θράσος της Μπέμπας ουρλιάζει «Το κλωτσοσκούουουουουυουφιιιιι! Το πεφτοπούουουουουουλιιιιι!». Ήταν οργισμένη με τον τύπο που δεν του σηκωνότανε…(peftopouli opos leme peftasteri?)

Ξέχασα να σας πω βέβαια, ότι το προηγούμενο βράδυ πάνω στην μέθη η Ζωζώ με είχε λούσει με το ποτό από πάνω ως κάτω και τα τσιγάρα είχαν γίνει λούτσα. Αφού τα στεγνώσαμε με μεράκι π άνω στο καλοριφέρ, είχαν πάρει σχήμα κοραλιού. Η σωσίας μου άρπαξε ένα τσιγάρο… «Να, το βλέπεις;;; Έτσι του ήταν του Πεφτοπούλιιιιι!!!». Μεγάλε στιγμές και νομίζω καταλάβαμε όλες οι παρευρισκόμενες ποιανού είναι το πεφτοπούλικο πεφτοπούλι.

Λίγο πριν το μεγάλο τέλος, ένας ξανθός μεσήλικας, πολύ σοβαρός (μόνο σμόκιν δεν φορούσε)  μπήκε αθόρυβα και ύπουλα στο μαγαζί. Έκατσε μόνος του στο μπαρ και παρήγγειλε ένα Σκότς, το οποίο έπινε με ψηλό τον αμανέ. Η Τρόικα ήρθε στο Περε Ούμπου, σκέφτηκα.

Τα απρόοπτα είναι τα καλύτερα… Και μπορεί οι μπαρ-τέντερς να τα πήραν στο κρανίο, αλλά εμείς περάσαμε γαμάτα! Αν και στο τέλος, μας διώξανε clotsidon! (α, κι εσύ κλωτσοσκούφι να ξέρεις, ήταν η τελευταία σου ευκαιρία! ).
Ουάτς νέξτ; 

Les Masquarades


Μια λεοπάρδαλη με την θηριοδαμάστριά της (εγώ κι η Ζωζώ), μια γατούλα (Τζεν-τζέν), μια μπαλαρίνα- ακροβάτισα (Ντράνα) κι ένα ζευγάρι κλόουν (Κωνβονταφόν και Γώγος) κατέφθασαν στο πηγμένο από κόσμο μαγαζί. Το μυαλό μου το είχα στην πόρτα (ήλιπιζα να μπει κάποιος που δεν πέρασε ποτέ του το κατώφλι…) η Ζωζώ στα δερμάτινα έμοιαζε περισσότερο ζώο κι από εμένα… Βασικά έμοιαζε με σαδομαζοχίστρια… Η Τζέντζέν πάντα σικάτη, με την μάσκα-λουξ της κοίταζε τους υπόλοιπους καραγκιόζηδες αφ’ υψηλού. Το ζεύγος κλόουν ήταν στον κόσμο του, όπως όλα τα ζευγάρια της αποκριάς (λίγα αξεσουάρ, κολλημένοι ο ένας πάνω στον άλλο, γελάνε μαζί, ξύνουν το δόντι τους μαζί κ.ο.κ.) και τέλος η τρελομπαλαρίνα Ντράνα, με τη μηχανή στο χέρι, προσπαθούσε να βγάλει καλλιτεχνικές φωτογραφίες το μπαλονάτο ταβάνι…

Στην άλλη μεριά έχουμε τον Ιησού Χριστό (GPP), τον απόγονο του Καντάφι, που όμως έχει βαθιές ρίζες από το Αζερμπαιτζάν (Άρη) και έναν ινδιάνο που ντύθηκε Τζίζους Κράιστ (Λατίνος). Στο εξωτερικό μπαρ δίνει μάχη με τα καλαμάκια και τον τριμμένο πάγο ο Παπαράπ (Χόρχε). Α! Και μη ξεχάσω, μαζί μας είναι ακόμη δυο άκυροι, των οποίων τα ονόματα δεν συγκράτησα – με το μπαρδόν- και ούτε θυμάμαι τι είχαν ντυθεί και πως τους λένε, αλλά ούτως ή άλλως δεν παίζουν κανένα ρόλο στην ιστορία, φανταστείτε τους ως αδιάφορους κομπάρσους.

Ο Think Green  Κλόουν(Μexican) του έδωσε και κατάλαβε, τα αποκριάτικα άλλωστε χορεύονται πολύ πιο εύκολα ακόμη κι από παγοκολώνες σαν εμένα. Η ώρα κυλούσε ομαλά και κανείς μας δεν είχε πάρει χαμπάρι ότι είχαμε γίνει τύφλα. Όλοι νομίζανε ότι ο διπλανός τους είναι μια χαρά. Μέχρι που η Ζωζώ άρχισε να φωνάζει κάτι περίεργα, εγώ είχα μείνει κόκαλο μέσα σε ένα αυτοκίνητο κ.ο.κ. Τι γίνεται σε αυτές τις περιπτώσεις; Ο λιγότερο μεθυσμένος ξεμεθάει καταναγκαστικά, προκειμένου να σωθεί η υπόληψη του περισσότερο μεθυσμένου (στην προκειμένη περίπτωση είναι η Ζωζώ η ηρωίδα μας). «Και να πείτε του……. Ότι είναι μεγάλος….» να ουρλιάζει στον πορτιέρη. Εκείνος, παγωμένος (από το κρύο κι από το σκηνικό) να κουνάει το κεφάλι –έτοιμο να ξεβιδωθεί ήτανε- και να λέει «Ναι, ναι θα του το πω…». Οκ, ελπίζουμε όλοι ότι δεν του το είπε.

Ήτανε μπόμπα το ποτό; Όχι, δε νομίζω… Μάλλον οι πολλές σαπουνόφουσκες που προσγειωνόντουσαν μέσα στα κοκτέιλς προκάλεσαν τις παρενέργειες. Εντωμεταξύ, όσο και να κρατιόμουν, να μη φανεί ότι την έχω ακούσει, όλο και κάτι κουλό πέταγα, που έκαναν τους… ακροατές μου να μένουν κάγκελο. «ΠΟΙΟΝ;;;;» με ρωτάει η Κωνβονταφόν και σηκώνει τα μαλλιά της στον αέρα.  Το μοναδικό ζευγάρι της παρέας δεν ήπιε στάλα αλκοόλ. Εμ δεν ξέρατε, δεν ρωτάγατε; Πως θα αντέχατε τόσες πληροφορίες ξεροσφύρι;

Στη συνέχεια, αποφασίσαμε να φύγουμε άρων-άρων. Η παρωδία μας ακολούθησε και στο αυτοκίνητο, όπου η Ζωζώ είχε πάρει φόρα και δεν ήξερε τι έλεγε. Τζούλια Αλεξανδράτου, και  Πόπη Μαλιωτάκη είχαν κατσικωθεί μέσα της σαν δαίμονες, δεν εξηγείται διαφορετικά…

Τα κούλουμα μας βρήκαν την μια πάνω στην άλλη, στον καναπέ της Τζέν-τζέν, με ελληνικό καφέ, κοτόπουλα και σπανακόπιτα (τι να σώσει κανείς μετά από τέτοιο πιώμα;). «Κι είχες σταθεί στην πόρτα με αυτή την πόζα…» να θυμίζει η Τζέν-τζέν στη Ζωζώ, που από τη ντροπή της είχε κρυφτεί κάτω από το τραπέζι…

Τα λέω λίγο βιαστικά, γιατί τα καλύτερα γινήκανε το επόμενο βράδυ… Στο Pere Ubu πάλι… το οποίο μαγαζί ήταν κλειστό λόγω Καθαράς Δευτέρας… Αλλά εμείς, το ανοίξαμε με το ζόρι!

Έχουμε Άνοιξη...


Επική βραδιά… Είχαμε να ειδωθούμε – omg δεν χρησιμοποιώ ποτέ αυτή τη λέξη στα κανονικά μου- περίπου δυο χρόνια. Ο Φίλιππος είναι ένας παλιός, καλός φίλος, από εκείνα τα ανέμελα χρόνια των 15-16 ετών. Μαζευόμασταν συχνά σπίτι του, μας μαγείρευε μακαρόνια και βλέπαμε μαζί τα θρίλερ της εποχής… Άλλες φορές, πηγαίναμε στο τότε στέκι μας το Jester’s (θυμάσαι;) για karaoke, μπύρες και stand up comedy! Φοβερή εποχή… Ανέμελα χρόνια, όπως προείπα… Τώρα πια, η ζωή του είναι στο Ντουμπάι κι ένας θεός ξέρει πως έγινε να ξαναβγούμε μαζί…

Επιλέξαμε το γνωστό μέρος για τη μεγάλη συνάντηση, το φοβερό reunion της εποχής 2003-2008, τώρα πια που τα jester’s έχουν μείνει γιαπί! Περιμένοντας, κι ενώ η Τζέντζέν βάζει όλη της τη δύναμη να ροφήξει από το μισό μέτρο καλαμάκι το  ιαπωνικό ποτό της, ένα φως μου τραβάει την προσοχή. Είναι η φωτογραφία από ένα smartphone, μια πατουσίτσα, τόσο μικρή όσο το δάχτυλό μου… Γυρίζω να κοιτάξω καλύτερα και αντικρίζω ένα μωρό, με πλούσια χαίτη, ιδιαίτερα πλούσια για τα δεδομένα του- επταμηνίτικο αγγελούδι! Η ζωή είναι γεμάτη εκπλήξεις… Τόσο καιρό γνωρίζω τον Mexican και δεν είχα ιδέα ότι… περίμενε παιδί! Και τώρα να’ το! Ολόιδιο με τον πατέρα του…

Στην αρχή όλα είναι αμήχανα… «Πόσα χρόνια έχω να σε δω;» και άλλες τέτοιες γελοίες και αμήχανες ατάκες. Στα πέντε λεπτά, νομίζεις ότι έχεις εξαντλήσει όλα τα θέματα συζητήσης… Ευτυχώς υπάρχει κι η μουσική, ο χορός, το τραγούδι! Κι ο Φίλιππος είναι χορευταράς. Για μια στιγμή, με έχει αγκαλιά και ξαφνικά, στιγμιαία, τα θυμάμαι όλα… Τον ναργιλέ στο μπαλκόνι, τον Ιάσονα με τα γεμάτα υπονοούμενα κρύα jokes του, τις Δανέζες αντίζηλες, το Λευτέρη που ονειρευόταν μια ζωή στο Μόντε Νέγκρο… Ύστερα, είναι και το ποτό… Αλόγιστη ποσότητα αλκοόλ για σήμερα. Η εικόνα γίνεται πιο ξεκάθαρη. Βόλτες στα λιμανάκια χωρίς δίπλωμα οδήγησης, βουτιές από τον βράχο στη Βάρκιζα, ο Διονύσης… Πωπω! Ο Διονύσης…

Περίεργο συναίσθημα! Όλα μπορούν να γίνουν τόσο ζωντανά για λίγα λεπτά και μετά, επιστρέφεις στο τώρα απότομα, σα να μην έζησες τίποτα από αυτά, ποτέ σου! Αλλά ξέρω, πόσα ξέρει για εμένα ο Φίλιππος. Θυμάμαι ακόμη κι ολόκληρες συζητήσεις μας… Και τρομάζω που ξέρει τόσα μυστικά μου, κάποιος που πλέον δεν υπάρχει στη ζωή μου! Μήπως τα reunion μοιάζουν με απειλή;

Πάνω που συνηθίζεις την παρουσία του παρελθόντος στο παρόν σου, η Ζωζώ ανακοινώνει ότι σε λίγα λεπτά θα καταφθάσει στο Pere UbU η αδερφή της, Miss Kanella με την μητέρα τους. Ωχ… Σκέφτομαι. Είναι λίγο ροκ η βραδιά απόψε… Η Μαμά Kanella είναι του λάτιν βλέπετε κι έχει μια έμφυτη αντιπάθεια προς το ροκ… Καθώς έπινε το κρασί της, άρχισε να μουρμουράει «μα καλά, μουσική είναι αυτή;». Ενώ το reunion το έχει πάρει ο κατήφορος και πράγματι έχουν εξαντληθεί όλα τα θέματα, η Μαμά Kanella συνεχίζει να μουρμουράει «Όλη την ώρα θα μας σπρώχνουν; Διασκέδαση είναι αυτή;». Να πω δεν την καταλαβαίνω; Θα πω ψέματα. Αγοραφοβική ούσα, θυμάμαι μια ατάκα…

Flash Back 2010: Είναι καλοκαίρι (ο ήλιος έλουζε τα ξανθά μου μαλλιά- αλλά τώρα είναι βράδυ κι είμαστε στην Πάρο) έχω εκμυστηρευτεί την δυσφορία μου ως προς την πολυκοσμία σε κάτι παιδιά και ένα ενδιαφέρον «πρόσωπο» κάθεται δίπλα μου, με αποτέλεσμα να είμαι περικυκλωμένη κι εγκλωβισμένη σε μια γωνιά. «τώρα δηλαδή, δεν νιώθεις και πολύ καλά;», με ρωτάει και κοιτάζει πονηρά. Απάντησα κάτι βλακώδες, χασκογελώντας, αλλά αν μπορούσα να απαντήσω ξανά θα του έλεγα «Α, δεν έχω πρόβλημα με το στρίμωγμα..» κι ας καταλάβαινε ό,τι ήθελε. Μαύρη ζωή, ας γυρίσουμε ξανά στο 2011…

«Αυτά τα αμύγδαλα, είναι μπαγιάτικα» συνεχίζει να μουρμουράει η Μαμά Κανέλλα- Γκρίνια. Εντωμεταξύ, η γνήσια Miss Kanella (αδερφή της Ζωζώ) το παίζει θυγατέρα κομ-ιλ-φο, κουνάει συγκαταβατικά το κεφάλι, δεν σχολιάζει τίποτε.

Ο Χόρχε χορεύει μέσα από τη μπάρα – τι όμορφος! – ο GPP τραγουδάει στο γιλέκο του, ο Mexican τα δίνει όλα όσον αφορά στη μουσική… Και μετά από καιρό, πάλι, ξανά, ακόμα, ποια λέξη να χρησιμοποιήσω δεν ξέρω… Μετανιώνω πολύ για την τελευταία μου κίνηση… Έπρεπε να είχα προχωρήσει… Κι άλλαξε η εποχή… Μπήκε φθινόπωρο… Κι άλλαξε η χρονιά… Και φτάσαμε λίγο πριν την Άνοιξη… Φφφ… 

Το τέλος του πρώτου κύκλου... Season 1, Ep.29


Το 2011 πρέπει να είναι τυχερό για όλους μας… Γιατί όπως θα ξέρετε οι περισσότεροι, η δυστυχία είναι «οι άλλοι» (για κάποιους βέβαια η δυστυχία είναι μια συγκεκριμένη «άλλη»). Η αλλαγή του έτους είναι μια ευκαιρία να αλλάξουν όλα προς το καλύτερο, να κάνουμε μια νέα αρχή. Εμείς πάλι, αντί για αρχή είπαμε να κάνουμε αυτό που ξέρουμε για σίγουρα… Pere Ubu.

Έλα, πάμε να το ξεφτυλίσσουμε λίγο, σα να πρόκειται για conclusion της Κάρι Μπράτσω. ΛΑΕ, τo Pere Ubu δεν είναι απλά ένα μαγαζί. Όταν κάνεις  «Pere Ubu», είναι σα να συνευρίσκεσαι με ένα αστρικό σώμα στο άπειρο, μάρτυρας ενός συμπαντικού μεταφυσικού οργίου, καθώς χορεύεις στους ρυθμούς του Mexican, να πετάς στον αέρα, να αναπνέεις με όλο σου το σώμα, σαν να ανοίγουν όλοι οι πόροι του κορμιού σου , ρουφώντας την υγρασία της μουσικής. Να γεύεσαι πρώτα το χρώμα κι ύστερα τη γεύση και η κάθε γουλιά να γεμίζει το στόμα σου με λέξεις… με ήχους… με στίχους… Είναι να είσαι με φίλους, με αυτούς τους ανθρώπους που σ’ αγαπάνε, αγαπάνε τον εαυτό τους και αγαπιούνται μεταξύ τους, και ας μην είναι όλοι Χριστιανοί, η αγάπη δεν είναι δόγμα, είναι αέρας, ο αέρας που αναπνεύσαμε όλοι μαζί τον χρόνο που πέρασε, στις δύσκολες και στις εκπληκτικές, μεγάλες μας στιγμές. Και μαζί, περάσαμε πολλά…

Βάλαμε κόκκινα κραγιόν, κόκκινα βρακιά (για γούρι) και καταφθάσαμε μεθυσμένες από τη χαρά μας που έφυγε επιτέλους το 2010. Γιατί το λέγανε όλοι αυτό; Εγώ μια χαρά πέρασα και το 2010… Ειδικά το καλοκαίρι μου, δεν παίζεται! Τέλος πάντων, είμαι ανοιχτή στο να δώσω μια ευκαιρία και στο 11.  

Το open bar είναι σίγουρα μια καλή αρχή… Ναι, η αλήθεια είναι πως έτσι του άξιζε να κλείσει ο χρόνος… Ήταν ένας πολύ αλκοολούχος χρόνος άλλωστε… Μέχρι κι η Ψυχολόγα κατέληξε με κοκκινάδι στα χείλη, που στη πορεία μεταφέρθηκε στο μάγουλο της Ζωζώς. Η Ζωζώ ξεδίπλωσε τη ζωζωσίασή της εκείνο το βράδυ… Έλαμπε πραγματικά… Η Μπέμπα στροβιλιζόταν ανάμεσά μας, σα να μην είχε φύγει ποτέ στο Λονδίνο, σα να μην είχε βγει ποτέ από εκεί μέσα, μετά το αποχαιρετιστήριο πάρτι. Η Τζέν-τζέν, με φόρεμα «Μέρλιν Μονρόε» δεν προλάβαινε να καταπιεί τα σφηνάκια κι η Ρούνι-ρούνι, που τη χτυπούσαν τα παπούτσια, λικνιζόταν αισθησιακά ξεγελώντας την ενόχληση στη φτέρνα.  Η Ντράνα καλωσόρισε το νέο έτος αγκαλιά με έναν παίδαρο! Ναι, αμέ! Χόρεψε με τον καβαλιέρο της από τσα-τσά  και χάλι-γκάλι μέχρι μπλουζ (τη μπλούζα δεν την έβγαλε όμως…). Μαζί ήταν και το Χλωμό- Πρόσωπο κι η νέα μας φίλη Χάννα. «Πωπω! Εννέα κορίτσια! Ευχαριστώ Θεέ μου!» αναφώνησε ο Χόρχε τραβώντας αισθησιακά το παρδαλό παπιγιόν του. Ο GPP σέρβιρε σφηνάκια σε… παλέτα ζωγραφικής!

Σημασία βέβαια δεν έχει να σας πω τη συνέχεια… Δεν έγινε τίποτα σπουδαίο… Απλά έκλεισε άλλος ένας πολύ πικάντικος και γεμάτος  χρόνος… Και φυσικά δεν ξέχασα το έθιμο… Έστειλα  «καλή χρονιά» σε όσους συνέβαλαν στις χαρές μου το ’10. Τις παρευρισκόμενες, και την Κλαίρη, την Τίνα, τον Γοητευτικό, τον Τζέντλ-Μαν, την Κωνβονταφόν, τον Καρχαρία… Εντάξει, ίσως και να ξέχασα κάποιον, αλλά έτσι είναι αυτά… κάθε χρόνο έχουμε και μια απώλεια… Καλή χρονιά κύριε 94… :p  (Mpempa, θα σχολιάσεις είμαι σίγουρη…)
Καλή χρονιά σε όλους σας!!! 

Οι Μαγκούφισσες Season 1, Ep.28


Καταρχήν έχω παραλείψει να αναφέρω ένα πολύ σημαντικό πρόσωπο του Pere Ubu κι αυτός είναι η Κουτσομπόλα. Πρόκειται για τον ταμεία, δεξιόθεν του μπαρ ΚΑΙ ΝΑΙ είναι άντρας, φυσικά. Η Κουτσομπόλα που λέτε, (διότι το gossip boy είναι πολύ λίγο για να χαρακτηρίσει το ποιόν του) με το ένα μάτι κάνει υπολογισμούς για να δίνει ρέστα και το άλλο το έχει μονίμως στραμμένο επάνω μας, να δει, ποιον κοιτάμε, που μιλάμε, γιατί γελάμε…

Παλαιότερα, επικεντρωνόταν σε εμένα και το Χόρχε. Αλλά μετά το καλοκαίρι, που δεν είχε πλέον νόημα αυτή η ιστορία γιατί άλλοι έρωτες μας πήραν τα μυαλά, άρχισε να παθαίνει εμμονή με την Τζέντζέν και τον GPP.  Η ταλαίπωρη Τζέντζέν έπεσε στην ανάγκη του. Έπρεπε να τον πλησιάσει, για να του πει, να πει στον GPP τάχα μου ότι καθόμαστε «εκεί», να έρθει να μας χαιρετήσει. Φοβισμένη, με τους ώμους κυρτούς πλησιάζει τη λυσσάρα Κουτσομπόλα και λέει «Πες στον GPP ότι μπλά μπλά». Στρίβει την πλάτη και ξαναγυρνάει με puppy eyes σε εμάς. Η Ρούνρούνι κοπανάει τη μπακατέλα – κινητό της και βρίζει όλο τον ανδρικό πληθυσμό. Τι έγινε Τζέντζέν; «Το είπα στην Κουτσομπόλα…» Και γιατί είσαι έτσι; Με τα μούτρα μέχρι το πάτωμα; «Έτσι είναι τα μούτρα μου! Πότε θα το καταλάβεις επιτέλους;» Και τι του είπες; « Βασικά… ήταν σα να άφησα μήνυμα στον τηλεφωνητή!!!» λέει και κρυφογελάει, ενώ η Κουτσομπόλα δεν σταματά να μας παρακολουθεί με την άκρη του ματιού της. 

Το όλο κλίμα της #katrakila (είναι το νέο πρότζεκτ που τρέχουμε οι Maks) επισφραγίζεται με την ατάκα του Αλέ-ρετούρ-Μονακό (καλού μας φίλου)… ο οποίος μας κοιτάζει, ξεκαρδίζεται στα γέλια  μόνος του κι ανάμεσα στα χαχανητά πετάει κι ένα «Μαγκούφισσες!».

Από την άλλη η Ζωζώ κάτι σιγομουρμουράει και σε μια στιγμή, αστράφτει το βλέμμα της και ξεφωνίζει στο αφτί της καψερής Ντράνας «Sex machineeeeeee!». Αρχίζω και γελάω τόσο υστερικά, μη μπορώντας να σταματήσω φυσικά και τότε η Ντράνα ανοίγει το στόμα της… Κάνει σα να μην είμαι μπροστά και κυρίως απευθυνόμενη στη ψύχραιμη Μπέμπα, λέει «Ρε, δεν μ’ αρέσει που γελάει έτσι, χωρίς λόγο… Δεν είναι καλό σημάδι! Είναι σπασμένα νεύρα!» και δαγκώνει τα νύχια της με λαχτάρα.
Το έχουμε χάσει ομαδικώς… Φοβερά χριστουγεννιάτικο πνεύμα…

Καθόμαστε στο αυτοκίνητο και θυμόμαστε όλες τις καλύτερες στιγμές του 2010… Η καθεμιά έχει τουλάχιστον τρείς να θυμηθεί και μια πικρή ιστορία να τη συνοδεύει…

Γυρνάμε σπίτια μας και τα χειρότερα μας βρίσκουν μετά τη 1 το βράδυ, με όλα τα  κοινωνικά δίκτυα ανοιχτά (msn, facebook, twitter και skype, κυρίως skype…), εμφανώς επηρεασμένες από τη συζήτηση στο αυτοκίνητο, και με ένα ασήκωτο βάρος, το βάρος του 2010… και τέλος πάντων, η καλύτερη στιγμή μου, για το 2010, ήσουν εσύ… Τραγικό!

Kanela Kiss Season 1, Ep.27


Το επόμενο βράδυ ακριβώς, είχαμε ακόμη μια πολυαναμενόμενη άφιξη. Πριν από αυτό όμως….
Μόλις είχα τελειώσει από τη δουλειά κι είχα μπει επιτέλους στο χριστουγεννιάτικο κλίμα. Ήταν η μέρα που θα παρέδιδα ένα δώρο… Στον μικρό μου αδερφό. Όπως κάθε τυπική Ζακλίν (που θα έλεγαν τα παιδιά από τη δουλειά) τηλεφώνησα πριν πάω στο σπίτι. Σύμφωνα με το τηλεφώνημα θεώρησα ότι είμαι ευπρόσδεκτη και πηγαίνοντας προς τα εκεί, μου τηλεφωνεί το πατέρας του αδελφού μου (κι εντελώς συμπτωματικά και δικός μου πατέρας) και με πληροφορεί πως ο γιός του δεν έχει ανάγκη από τα δώρα μου και πως δεν πρέπει να πατήσω το πόδι μου στο σπίτι τους. Σε αυτό το σημείο, παύω να είμαι η ευγενική και τυπική Ζακλίν, αλλά συνεχίζω να είμαι Άγιος Βασίλης, που θα παραδώσει το δώρο του παρά τη χιονοθύελλα. Το τι συνέβη ύστερα δεν μας ενδιαφέρει.

Η διάθεσή μου ήταν σχεδόν πένθιμη. Η Ρούνι-ρούνι είχε έρθει από Ρωσία με επίσης διάθεση «κλάφτα- Χαράλαμπε» κι η Τζέντζέν την έφερε από το σπίτι να αλληλοψυχαναλυθούμε. Αφού αδειάσαμε το σπίτι από οτιδήποτε αλκοολούχο και φάγαμε σοκολάτες για μια ζωή, αποφασίζουμε να γλεντήσουμε την κακομοιριά μας στο γνωστό μέρος… Τα τρία μας, όπως τον παλιό καλό (?) καιρό.
Σε αυτό το σημείο, μπαίνει η Τεκίλα στη μέση… «Άλλο ένα, άλλο ένα!», έλεγε η Ρούνι-ρούνι. «Κι άλλο ένα, κι άλλο ένα, για τη γιορτή μου» ενθάρρυνε η Τζέντζέν . «Ααααα, κοίτα εκεί στο βάθος πoια γλωσσοφιλιέται;», δείχνω με το δάχτυλο (το γνωστό μεθυσμένο δάχτυλο που στέλνει μεθυσμένα μηνύματα και δεν κάθεται ποτέ φρόνιμο μετά τις 12 το βράδυ).  

Ήταν η γνωστή φίλη μας «1 plus Joker» Κανέλα.  «Καλέ, αυτή ξανάνιωσε! Σαν κοριτσάκι είναι!» σημείωνε η μία, «κι αυτός καλός φαίνεται» συμπλήρωνε η άλλη. «Να τους στείλουμε σφηνάκια» συνεχίζει η τρίτη.
Ο Χόρχε έχει πολύ τρελά κεφάκια. Μας σερβίρει την επόμενη «φουρνιά» τεκιλο-σφινακίων. Δίνει αλάτι και λεμόνι στα κορίτσια και για εμένα ετοιμάζει κάτι σπέσιαλ.  Αλείφει λίγο λεμόνι στο χέρι του, μεταξύ δείκτη και αντίχειρα, το πασπαλίζει με αλάτι και μαζί με το σφινάκι, παρατάσσει το χέρι του για… γαρνιτούρα.  «Έλα» λέει και χαμογελάει. Απ’ ότι μου είπαν, σχεδόν σκαρφάλωσα στη μπάρα και «πήρα τη δόση μου» από τα χέρια του, ενώ υπάρχουν και μαρτυρίες σύμφωνα με τις οποίες τον δάγκωσα κιόλας.

Το τελευταίο που θυμάμαι είναι ο «Πρόεδρος» να προσπαθεί να βάλει τις παραγγελίες μας σε μια τάξη. «Τι έχεις παραγγείλει εσύ;» με ρωτάει προκειμένου να δώσει εντολή στον αρμόδιο Μπαρμαν. «Ένα φιλάκι με πάγο…» του απαντάω. Και μη χειρότερα…
Τελικά, τι θα κάνουμε για Πρωτοχρονιά; 

Mpempa is back! Season 1, Ep.26


Δεν είχε ακόμα ξημερώσει, ο χιονιάς είχε σκεπάσει το Λονδίνο απ’ άκρη σ’ άκρη, οι λύκοι στα βουνά έσκουζαν το μοιραίο και φρικιαστικό «αούουου» τους . Η Μπέμπα σηκώθηκε με φρικτό πονοκέφαλο, είχε καταπιεί αμέτρητα παυσίπονα, την ερχόταν αναγούλα. Μάζεψε όλα της τα προικιά και περίμενε στην άκρη του δρόμου σαν homeless τον  βρετανό ταρίφα. Ο ταρίφας είχε χάσει το δρόμο, κρύος ιδρώτας έσταζε από το μέτωπο της Μπέμπας, μη χάσει το αεροπλάνο για Φρανκφούρτη. Μόνο τέσσερις πτήσεις πραγματοποιήθηκαν, ευτυχώς η Μπέμπα χάρη στη γνωστή κωλοφαρδία της πέταξε και τώρα, έπρεπε να περιμένει ώρες ατελείωτες για την επόμενη πτήση.

Η Ζωζώ κι η Ψυχολόγα την περίμεναν ανυπόμονα στο Ελ. Βενιζέλος, την ίδια στιγμή εγώ κι η Τζέντζέν είχαμε πιάσει πρώτο τραπέζι πίστα στο γνωστό μέρος. Είχαμε μοιράσει στους θαμώνες τα απαραίτητα ταμπελάκια «Welcome», «Merry Mpempa», «Μpempa is back», «We love mpempa» κ.ο.κ., στολισμένα με χρυσόσκονες. Την ίδια βραδιά, είχαμε την τιμητική μας, διότι είχε έρθει ο παριανός dj. Mo ή αλλιώς «Ν» και πολλοί από τους sharkιανούς θαμώνες παρευρίσκονταν στο καλωσόρισμα της Mpempas (εν αγνοία τους…).

Η Μπέμπα κατέφθασε επιτέλους και πριν προλάβει να πει «κιχ» το μαγικό martini aggouri είχε καταχτυπηθεί στο σέηκερ μόνο για πάρτη της! Η Ντράνα πιστή στο fruit punch είχε πάθε μανία να φωτογραφίζει τα ταμπελάκια με τις επιγραφές περι Mpe-mpa. Μέχρι στιγμής, είμαστε οι γνωστές άγνωστες… όμως, ποια είναι η αγέλαστη κοπελίτσα στο βάθος; Μοιάζει λίγο στη Τζέντζέν και λίγο περισσότερο στη Μπέμπα… Πίνει passionfruit martini και δεν σαλεύει το βλέμμα της. Μοιάζει λίγο με emo, δεν χορεύει, δεν μιλάει, δεν χαμογελάει κάν και μας κοιτάζει περίεργα. Είναι η Μικρή, η μικρή αδερφή της Μπέμπας και της Τζέντζέν. Ενώ εμείς έχουμε ξεσαλώσει, χτυπιόμαστε, τραβάμε τα μαλλιά μας, κουνιόμαστε η μία στην άλλη, εκείνη στέκει ακούνητη σε μια γωνία και παρατηρεί. «Έτσι διασκεδάζουν οι γριές…» σκέφτεται από μέσα της και με αποστροφή τραβάει το βλέμμα της αλλού.
Η Μικρή είναι αρκετά μικρή για να μας καταλάβει, φαντάζομαι. Κι είναι αρκετά μικρή για να έρχεται συχνότερα μαζί μας. Τώρα, το τι κάνει πίσω από την πλάτη μας είναι ένα άλλο κεφάλαιο…

Τέλος πάντων, πάνω στο τσακίρ κέφι (όπου η Μικρή ψάχνει την έξοδο να φύγει) αποφασίζω να της αφαιρέσω το ταμπελάκι της (για το οποίο ντρέπεται) και να το κολλήσω στο στέρνο του από πίσω μας. Ο πισινός (όχι ο ποπός μου, ο άνθρωπος πίσω) εκστασιάστηκε! Τι κι αν δεν γνώριζε τη Μπέμπα, καμάρωνε τόσο πολύ με τη χρυσόσκονη που του φόρτωσα, που με χαρά του έκατσε να τον φωτογραφίσουμε! Σε λίγο, όλο το μαγαζί έπινε στην υγειά της Μπέμπας (όπως τότε που την «είχαμε πάρει μαζί μας» μέσω skype). Και λίγο μετά, κοιτάζω απέναντι, στην άλλη άκρη της μπάρας και τι να δω; Τον Ράστα, με το κλασικό κόκκινο μπολουζάκι, να χορεύει δίπλα στον dj.Mo. !

Ξαφνικά ο ουρανός έγινε μωβ (όπως στο lost) κι ακούστηκε μια εκκωφαντική παραφωνία «Ιιιιιιιιιιι», το πάτωμα τραντάχτηκε, μου ήρθε μια σκοτούρα και σε λίγα δευτερόλεπτα παρελθόν και παρόν γίνανε ένα…

Ο Μωάμεθ κι εγώ... Season 1, Ep.25


-Afou dn 8a paw egw sto londino, 8a er8ei to londino se mena (Τζέντζέν)
i ennoeis?? Pote???!!! (εγω)
- 22….

Η Μπέμπα θα κατέφθανε στην Τετάρτη το πρωί στο φημισμένο Ελλαδιστάν. Δεν είναι τώρα αυτό καλός λόγος για να γιορτάσεις; Η Ζωζώ, με το see through πουκάμισο, μπήκε χορεύοντας και φωνάζοντας «Μπέμπα, ζούμε, στο pere ubu να σε ξαναδούμε!». O Μexican είχε τρελά κεφάκια, μας έπαιξε από το «Λάμπω, σαν τον ήλιο, λάμπω…» μέχρι το «Shes a maniac» (μου το τραγουδούσαν και με δείχνανε, ειλικρινά δεν κατάλαβα γιατί…) και πολλές επιτυχίες, τα πόδια μας πήρανε φωτιά.
Ο Χόρχε κοιμόταν ύπνο βαθύ στο σπίτι του, τι τηλέφωνα τον παίρναμε, τι μηνύματα του στέλναμε, δεν ήρθε ποτέ τελικά…Κάτι τέτοιο δεν θα πρέπει να συμβεί την Τετάρτη, η Μπέμπα μόνο από τα χεράκια του πίνει αλκοόλ. 

Οι άντρες πέφτανε σαν τις μύγες, στα πόδια της Τζέντζέν. Όλοι οι κοντοί του μαγαζιού παρατεταγμένοι, πλησίαζαν δισταχτικά, ξερνώντας ό,τι γλυκανάλατο τους ερχόταν. Ώσπου, περνάει ένας παίδαρος, ψηλός, μελαχρινός, με μπλέ ματάρες, χαμηλή ανέμελη κοτσίδα, λίγα γένια, μπρατσάρες και πλατάρες. Στα δεξιά μου  η Ζωζώ και στα αριστερά μου η Τζέντζέν, παραξενεύονται από το γουρλωμένο μου μάτι. «Τι λυσσάρα!» θα σκέφτηκαν από μέσα τους. Απλώνω τα χέρια έτοιμη για μακροβούτι, τις χωρίζω,  τις σπρώχνω και περνάω ανάμεσα, παρατάσσομαι μπροστά με το κεφάλι έτοιμο να δώσει κουτουλιά, έτοιμη να αρπάξω τον (Σ)ταύρο απ’ τα κέρατα. Κυνηγάω την κοτσίδα, που κατευθύνεται προς τις τουαλέτες. Η Ζωζώ σφυρίζει κλέφτηκα κι η Τζέντζέν ζητοκραυγάζει. Μα καλά, τι πίστευαν ότι πάω να κάνω; 

Ακολουθώ τη… «μυστηριώδη» κοτσίδα, μόνο ένα βήμα πίσω είμαι και προλαβαίνει να χωθεί στην τουαλέτα. Η οποία τουαλέτα παρεμπιπτόντως, είναι και στις τέσσερις πλευρές της καθρέπτης. Ο κοτσίδας, δεν κλείνει την πόρτα. "Aiaiaiai!!!Βλέπω το πουλί σου άνθρωπέ μου!" μου ήρθε να τσιρίξω. Από τη ντροπή μου επιστρέφω πίσω στο τραπέζι, αλλά είμαι ακόμα ταραγμένη. «Τι γίνεται ; Δεν καταλαβαίνω!», διαβάζω τη σκέψη της Ζωζώς.

Όχι, δεν τον κυνήγαγα επειδή ήταν παίδαρος, ούτε για να τον δω ημίγυμνο! Απλά έβαζα το χέρι μου στη φωτιά ότι τον ξέρω κι έπρεπε οπωσδήποτε να σιγουρευτώ, ότι δεν κάνουν πουλάκια τα μάτια μου (μόνο πουλάκια είδαμε τελικά, μεταφορικά και κυριολεκτικά). «Είμαι 90% σίγουρη», τους εξηγώ. Ο κοτσίδας περνάει αστραπιαία από δίπλα μου, δεν προλαβαίνω να σκανάρω. Κάθεται στην άλλη άκρη, που να δω; Πάω να δω… Διασχίζω το μαγαζί, μα εκείνος είναι σκυμμένος πάνω από μια κοπέλα και της μιλάει στα δυο εκατοστά, που να δω φάτσα;  Στο προφίλ  πάντως… Και ναι! Επιτέλους γυρνάει! Επιτέλους μπορώ να κάνω με ακρίβεια την ταυτοποίηση! Λίγο πριν τον σκουντήξω, το μυαλό μου ξεθολώνει. Όχι, δεν είναι αυτός… Παρενέργειες φίλοι μου, παρενέργειες.

 Κάποιον άλλο, τον  βλέπω παντού! Παντού όμως! Σε όλα τα ύψη και τα πλάτη, σε μικρή και μεγάλη απόσταση, για λίγη ή για αρκετή ώρα, τον βλέπω μπροστά μου. Και να πω ότι πρώτη φορά μου ξανασυμβαίνει; Θα πω ψέματα!

Μισώ τον γκόμενό σου! Season 1, Ep.24


Μέσα στο κλίμα των γιορτών, βρήκαμε την ευκαιρία να βγούμε all together, σχηματίζοντας μια ιδιόμορφη αλλά και ενδιαφέρουσα παρέα.  Αποφασίζουμε να πάμε στο μπαρ του διαστημικού σταθμού Galaxy . Είμαστε οι Maks:  Τζέντζέν, Ντράνα και Κοnvodafone ( η Ζωζώ επικαλέστηκε πονοκέφαλο κι έμεινε μέσα, η Ρούνι-ρούνι πακετάρει τα προικιά στη Ρωσία κι η Μπέμπα ταξιδεύει ακόμα με το  ΚΤΕΛ, χαμένη κάπου στα Βαλκάνια). Την παρέα συμπληρώνουν το Αμόρε μου, ή αλλιώς ο άγνωστος Χ, ο Βασιλάρας (dj, στιχουργός, συνθέτης, κιθαρίστας, τραγουδιστής και ασφαλιστής), ο κ. Μάνγκος (ο ες αει πρώην της Τζέντζέν), ο Φανέλος  Μπαρδιέμ(φίλος του κ. Μάνγκου) και ο Μάρφιν (αμόρε της Konvodafone).

Ένα Jupiter με αγγούρι και μέντα, ένα Saturn με μαρμελάδα τζίντζερ και αρωματικό τζίν, ένα ηλιακό σύστημα εν γένει στον πάγο, με φοβερό decor αλλά αισχρή γεύση. Μεγάλη αποτυχία. Όλοι  ήμασταν ντυμένοι στην πένα, εκτός από τον Φανέλο (το λέει  κι από μόνο του, φορούσε φανέλα ο άνθρωπος, αγορασμένη κατά πάσα πιθανότητα από βενζινάδικο). Η Ντράνα έλαμπε… χάρη στο ξώπλατο φόρεμα, με σχίσιμο μέχρι τον ποπό και το κατάλευκο δέρμα της να φωσφορίζει οσάν να φορούσε αστερόσκονη. Η Τζέντζέν, ήταν ντυμένη στα ασπρόμαυρα, ένα μοναδικό συνολάκι που θύμιζε καμαριέρα του Χίλτον! Τέλος πάντων, η βραδιά εκτυλισσόταν ομαλά…

Μέχρι που οι λαίμαργες Τζέντζέν και Ντράνα, όρμησαν στα ξένα πατατάκια. Με το ζόρι τους τα πήρε από τα χέρια ο σερβιτόρος… Λίγο μετά, έκατσαν στις ξένες καρέκλες κι άρχισαν να φωτογραφίζονται με ξένα αντικείμενα.  Ούτε στη βραδιά των Λεοντιδών τέτοια λάμψη.  Ο Φανέλος μιλούσε ασταμάτητα για την πρώην του και τον πόνο του, ο Βασιλάρας σιγοτραγουδούσε τις επιτυχίες του, εγώ δεν μπορούσα να σταθώ στα πόδια μου (με είχαν χτυπήσει τα παπούτσια, αλλά είπα αυτή τη φορά να μη φύγω ξυπόλητη). Το ενδιαφέρον όλης της βραδιάς, κρυβόταν στο κουτσομπολιό που πήγαινε κι ερχόταν, αφού είχαμε χωριστεί ουσιαστικά σε εναλλασσόμενες κλίκες, με εμένα μπαλαντέρ να πηγαινοέρχομαι μεταφέροντας όλα τα καλά που άκουγα.

Κλίκα 1:  Αμόρε Άγνωστος Χ και Βασιλάρας. Κουτσομπόλευαν διακαώς την κοπελιά απέναντι, με το γουναρικό. Ήτο πρώην  του Βασιλάρα και ο όρος που συνόδευε την μετέπειτα σχέση τους, ορίσθηκε ως Φ.Π.Α. (Φιλικά, πηδιόμαστε, ακόμα).
Κλίκα 2:  Κ. Μάνγκος- Φανέλος- Τζέντζέν.  Οι ιστορίες του Φανέλου θύμιζαν τη φράση «τα λέει στη νύφη να τα ακούει η πεθερά». Όλη αυτή η ιστορία με την πρώην, έμοιαζε εκπληκτικά με όσα θα ήθελε να ξεστομίσει ο κ. Μάνγκος. Υποπτεύθηκα ότι δεν ήταν πραγματικός φίλος, αλλά ενοικιαζόμενος, μιλημένος να πει όσα χρειάζεται για να μπουρδουκλωθεί η Τζέντζέν (που απόψε δεν ήταν διόλου terminator..ακόμα).
Κλίκα 3: Κonvodafone- Μάρφιν- Ντράνα.  Η Ντράνα κι η Konvodafone περνούσαν από κόσκινο όλα τα επίμαχα σημεία των γυναικών που περνούσαν από μπροστά τους.

Αλλά και τις τρεις κλίκες ένωνε ένα βαθύ μυστικό- κουτσομπολιό. Τι τρέχει με τον κ. Μάνγκο και τη Τζέντζέν. Όλες οι υπόλοιπες κουβέντες, ήταν βιτρίνα. Τι θα γίνει επιτέλους; Θα τα ξαναβρούν ή όχι; Που θα πάει αυτή η βαλίτσα;

Ο κ. Μάνγκος και ο Φανέλος αποχώρησαν ήσυχα και τότε όλη η βραδιά έχασε το νόημά της. Αλλά, ο ενοικιαζόμενος φίλος Φανέλος Μπαρδιέμ, πληρωνόταν με την ώρα, δεν το σήκωνε η τσέπη του κ. Μάνγκου να τον κρατήσει κι άλλο με ένα ταπεινό τζιν τόνικ.

«Ποιος θα πάει τη Ντράνα σπίτι;», πετάχτηκε με ανησυχία η Τζέντζέν. Το Αμόρε άγνωστος Χ με τη Konvodafone κοιτάχτηκαν και με σύντομες τηλεπαθητικές μεθόδους κατέστρωσαν μεγαλειώδες σχέδιο. «Ο Βασιλάρας θα την πάει που μένει και κοντά!» αποφασίζουν. Η Ντράνα δαγκώνεται και κάνει νοήματα. Φοβάται να μπαίνει σε αυτοκίνητα αγνώστων, και κυρίως, φοβάται την ταχύτητα. «Μη ανησυχείς, σφαίρα θα σε πάει» συμπληρώνει το αμόρε κι η Ντράνα ασπρίζει ακόμα περισσότερο από το φυσικό της. Δεν ξέρω τι απέγιναν, εμείς φύγαμε από την άλλη.

Μόνες πλέον, εγώ κι η Τζέντζέν, επιστρέφουμε προς το Νότο, η ώρα είναι 3 αλλά λιμπιζόμαστε ένα εύγευστο Space του Χόρχε, έτσι, για την προσγείωση στον πλανήτη Γη. Και καταλήγουμε στη μπάρα του Pere Ubu, όπου και παραμείναμε μέχρι το ξημέρωμα…  Την ώρα που χαράζει η αυγή, η Τζέντζέν, μεταμορφώνεται σε… Terminator! Καλά Χριστούγεννα, κύριε Mανγκο… x0x0 gossip girl :P

Εκεί στα Λονδίνα... Season 1, Ep.23


Η χιονοθύελλα είχε σκεπάσει τις γειτονιές του Λονδίνου, η Μπέμπα έρημη και μόνη μάθαινε τα κακά μαντάτα από το αργοκίνητό Ίντερνέτ της ενώ την ίδια στιγμή τα αεροδρόμια είχαν κλείσει ερμητικά κι η μια πτήση ακυρωνόταν μετά την άλλη. Τι θρήνος, τι δράμα, τι καταστροφή, η Μπέμπα ανησυχούσε πως τα Χριστούγεννα θα τη βρουν μόνη, να βαριανασαίνει πίσω από το τζάμι, μ’ ένα μαρτίνι αγγούρι στο χέρι. Ποτέ δεν θα είχε ζήσει κάτι τόσο θλιβερό, τη μοναξιά του ρεβεγιόν και την πικρία των Χριστουγέννων. Η Μπέμπα, δεν το βάζει κάτω, θα προλάβει να γυρίσει στην Ελλάδα, με κάθε μέσο, πριν την 25η Δεκεμβρίου.

Η μικρή μας επαναστάτρια, γέμισε μια βαλίτσα με τα απαραίτητα (κονσέρβες, ένα καθαρό βρακί, ένα στυλό κι ένα σταυρόλεξο με εξώφυλλο τη Βάνα Μπάρμπα) και βγήκε σαν τρελή στους δρόμους, προς αναζήτηση του πρώτου εύκαιρου μεταφορικού μέσου. Το σχέδιο ήταν απλό: Να βρίσκεται διαρκώς σε κίνηση, με την πυξίδα στραμμένη στη μπατίρισα Γκρίχενλαντ. Άρχισε λοιπόν να περπατάει με κόντρα τον άνεμο, θα περπατούσε περίπου δυο ώρες, μέχρι που βρήκε μπροστά της ένα έλκηθρο. Το έλκηθρο έλεγε πάνω, «Blossom», θα ήταν το όνομά του φαίνεται. Σημαδιακό; Μήπως θα έφτανε γύρω στην άνοιξη στην Ελλάδα;

Το έλκηθρο τσουλούσε εύκολα πάνω στον πάγο, η Μπέμπα διέσχισε δρόμους, στενά και λίμνες κι επιτέλους, βρέθηκε στα παράλια, που βρέχουν την Ευρώπη. Με το σακ βουαγιάζ στον ώμο, επιβιβάστηκε σε ένα λαθραίο κανό με το οποίο θα πέρναγε απέναντι. Το ταξίδι κράτησε περίπου δεκαπέντε ώρες (Αθήνα- Πάρος με το «Ροδάνθη» ή καλύτερα, με το «Δημητρούλα» = «Σκυλοπνίχτρα» ). Εκεί απέναντι, οι καιρικές συνθήκες ήτο αντίξοες, αλλά τουλάχιστον υπήρχε τραίνο. Η Μπέμπα στοιβάχτηκε με τις αποσκευές και κακήν κακώς, μετά από άλλες έξι ώρες, έφτασε στο Παρίσι.
Το κρύο στο Παρίσι ήταν τσουχτερό,  είχε σκοτεινιάσει, η Μπέμπα αποφάσισε να χωθεί στο μουσείο της Μαντάμ Τισώ για να ζεστάνει το κοκαλάκι της και να περάσει η νύχτα. Ήταν σχετικά εύκολο… Πήγε στον όροφο με τα βασανιστήρια και έκανε το κέρινο ομοίωμα του νεκρού. «Καλά που δεν ροχαλίζω σα το Μάρς» σκεφτότανε κι όταν έκλεισε το μουσείο για να νανουριστεί έλυνε με μανία το σταυρόλεξο. 

Την επόμενη  μέρα, η ηρωίδα μας, σχεδίαζε να πάει με οτοστόπ στην Ιταλία, να περπατήσει μέχρι να της βγει η γλώσσα έξω, ώστε να φτάσει τελικά στην Ανκόνα, να πάρει το πλοίο, να έλθει στην Πάτρα κι από εκεί, βλέπουμε… Όμως κανείς δεν σταματούσε στο σήμα οτοστόπ. Τι την είδαμε ωρέ; Σαμοθράκη; Τέλος πάντων, βρήκε ένα ΚΤΕΛ με την επιγραφή «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ» και μπήκε μέσα.  Κανείς δεν μιλούσε ελληνικά, αλλά η Μπέμπα απτόητη. Εντωμεταξύ η Ζωζώ έχει σπάσει τα τηλέφωνα στην Πρεσβεία, απειλεί θεούς και δαίμονες να βάλουν τη φάτσα της Μπέμπας στο amber alert, γιατί είχαν χαθεί τα ίχνη της Μπέμπας εδώ και δυο μέρες. Γιατί φυσικά, η Μπέμπα είχε ξεχάσει το κινητό της, κλειστό, μέσα στο κανό.

Το ΚΤΕΛ πήγαινε σαν κότα και έκανε στάσεις ασταμάτητα. Παραμονή Χριστουγέννων, η Μπέμπα είχε μπλοκαριστεί στα σύνορα της Αλβανίας και μετα βίας, πρόλαβε να φάει τη χάρτινη γαλοπούλα που είχε ζωγραφίσει, όταν το ΚΤΕΛ έφτασε επιτέλους, λίγο πριν το ξημέρωμα, στα Τίρανα.  Τουλάχιστον βρισκόταν κοντά, η ώρα που θα πατούσε ελληνικά εδάφη κοντοζύγωνε. Το ΚΤΕΛ διασχίζει τα ψηλά και άγρια αλβανικά βουνά, και λίγο πριν φτάσουν στην Αυλώνα της Αλβανίας, αρκετά Νότια, ο φορτηγατζής ανακοινώνει με σπαστά αγγλικά, ότι ο λεωφορείο θα περάσει πρώτα από τη Σόφια και το Μπάνσκο (να αφήσει τους σκιέρ) και μετά τη Βουλγαρία θα μπει στην Ελλάδα.

Η Μπέμπα έχασε την υπομονή της. Η μπίχλα του ΚΤΕΛ δεν παλευόταν άλλο, ούτε το στριμοκωλίδι… Βγήκε από το παράθυρο και το έκοψε με τα πόδια. Πέταγε κοτρώνες σε κάθε βήμα για να εξολοθρεύσει τις κρυμμένες πιθανές νάρκες. Τα δάχτυλα των ποδιών της είχαν γίνει  μπλέ από τον παγετό (ούτε στον Αλβανικό πόλεμο τόσες κακουχίες). Και καθώς περνούσε τα σύνορα στα μουλωχτά (γιατί είχε χάσει και το διαβατήριό της κάπου στη διαδρομή) αρχίζουν να την κυνηγάνε με καραμπίνες. Πάνω στην ώρα η Ζωζώ καταφθάνει στο σημείο με το ιδιωτικό ελικόπτερο που είχε νοικιάσει. Πετάει τους προβολείς στο πυκνό δάσος κι εντωπίζει τη Μπέμπα να σέρνεται σαν το σκουλίκι πάνω στο χιόνι, ξεψυχισμένα. Το ελικόπτερο προσγειώνεται επι τόπου, η Ζωζώ σαν αλλοτινή Λάρα Κρόφτ πηδάει και τρέχει κοντά της… Τα μάτια της Μπέμπας λάμπουν, τώρα πλέον είχε φτάσει. Και λίγο πριν αφήσει την τελευταία της πνοή, ψιθύρισε στη Ζωζώ… «Blossom»…

(Για όποιον δεν κατάλαβε το κλού της υπόθεσης να δει την παλιά ταινία «Πολίτης Καίην»)

Χmas spirit Season 1, Ep.22


Ένα ηλιόλουστο αλλά ψυχρό Σάββατο, σε χριστουγεννιάτικη ατμόσφαιρα είναι αυτόματη πρόσκληση για βόλτα στο κέντρο. Όλοι οι οιωνοί άλλωστε δείχνουν πως οι συνθήκες είναι ευνοϊκές…
Παρκάρουμε στον κατηραμένο Αγ. Δημήτριο, όπου το νέο mall έχει κάνει την περιοχή πιο αντιπαθητική και απρόσιτη απ, ό,τι ήδη ήτανε, ειδικά μετά το Σεπτέμβριο (μόνο με σκόρδα κυκλοφορεί  κανείς πλέον με ασφάλεια στα στενά γύρω από το μετρό). Ένα μπαμ πίσω, ένα μπαμ μπροστά κι έχεις παρκάρει. Ανοίγεις την πόρτα και αντικρίζεις μια φρέσκια, γιγαντιαία,  εκρού σκατούλα. «Στο τσάκ τη γλίτωσα», λέω στη Τζέντζέν…

Το κέντρο είναι θλιβερό. Στο κολωνάκι, σε κεντρικότατο δρόμο έχει στηθεί… συσσίτιο σοκολάτας, τσαγιού, σούπας  και μπύρας. Πρώτη φορά βλέπω γυναίκες με γούνες και άντρες με ρόλεξ να στήνονται στην ουρά για ένα κομμάτι σοκολάτας. Πάνω στην ώρα, η γκαντεμιά κάνει ποδαρικό με ένα τηλεφώνημα. «Άκυρο το αυριανό…», φτού σου!

Με τα αφτιά κατεβασμένα από την απογοήτευση, πήραμε το δισάκι μας στον ώμο κι επιστρέψαμε στον Αγ. Δημήτριο. «Λες να έχω φάει κλίση;», «λες να με έχουνε τρακάρει;», με τέτοια γκαντεμιά όλα να τα περιμένεις. Άρχισα να εξερευνώ σπιθαμή προς σπιθαμή το αυτοκίνητο, ψαχουλεύοντας για κάποια γρατζουνιά. Σκύβω να δω καλύτερα και κάτι περίεργο μυρίζει… Και μυρίζει απαίσια… Η απαίσια μυρωδιά έρχεται από το παπούτσι μου. Ναι κυρίες και κύριοι, είχα δεν είχα, την πάτησα τελικά την εκρού χλαπάτσα. ΣΟΚ!

Δεν πέρασε ούτε μια στιγμή από το μυαλό μου να το καθαρίσω.  Έβγαλα επι τόπου τα παπούτσια, μπήκα στο αυτοκίνητο και έφυγα… ξυπόλητη! Ούτε γύρισα να κοιτάξω πίσω…  Αντίο παπούτσια…
Λένε ότι τα σκατά φέρνουν τύχη… Για να δούμε… Προς το παρόν, έχω να πω, ότι τον Άγ. Δημήτριο… στα παλιά μου τα παπούτσια!