Όλα ξεκίνησαν ένα τράτζικ φθινοπωρινό ξημέρωμα στα Εξάρχεια… (Σεπτέμβριος,2010 - Ιανουάριος 2014)

20110523

Καθαρά Δευτέρα...


Η Τζο (μικρή αδελφή της Τζέντζέν) έψαχνε μετά μανίας για σοκολάτα… Η Ζωζώ έτρωγε το κοτόπουλο σα να μην υπάρχει αύριο κι η Τζέντζέν με ένα ντοματίνι στο στόμα έκανε αναπαράσταση τα χθεσινοβραδινά ευτράπελα… Έτσι τις βρήκα όταν  μπήκα σπίτι… Ο πρωινός μας καφές κράτησε μέχρι τις 7 το βράδυ. Είχαμε λύσει το μεγάλο αίνιγμα, είχαμε κολλήσει όλα τα κομμάτια του παζλ από το αποκριάτικο πάρτι και τώρα εξακριβωμένα, ήμασταν ρόμπες ξεκούμπωτες, αμαρτωλές και ξευτιλισμένες μέχρι εκεί που δεν πάει. Όχι όλες, αλλά τι σόι φίλη θα ήμουν αν έβγαζα την ουρά μου απ’ έξω;;  Τέλος πάντων, στις 9 αποφασίζουμε να αποτελειώσουμε ό,τι ξεκινήσαμε. Βγάλαμε τις πιτζάμες, βάλαμε ό,τι βρήκαμε μπροστά μας και κατηφορίσαμε πάλι μέχρι το μαγαζάκι.

Κλειστό ήτανε… Είχαν μαζευτεί οικογενειακώς για τα κούλουμα. Πάνω στη χώνεψη τους πιάσαμε… Διώξαμε τους συγγενείς τους όπως- όπως και μπαστακωθήκαμε στο μπαρ. Ήταν να μη γίνει η αρχή… Η πόρτα άρχισε να ανοιγοκλείνει, ο κόσμος να ορμάει μέσα, όπως ορμάει η ύαινα στο φρέσκο κρέας! Ο Χόρχε τα είχε πάρει στο κρανίο, είχε γίνει κόκκινος σαν καβούρι της Καραϊβικής (έλα, ταξίδεψε μαζί μου αναγνώστη…). «Εμείς εδώ την αράζουμε, δεν έχουμε ζωή» να λέει ο Λατίνος. Ο Χόρχε ήταν ασυγκράτητος.. έκανε τα πάντα να διώξει τον κόσμο. Έβγαζε έξω την κοιλιά του και τη φούσκωνε σαν μπαλόνι, έβαζε τα χέρια του σε σημεία που δεν πρέπει ποτέ να τα βάζεις Τοτέ όταν φτιάχνεις κοκτέιλ σε πελάτη… Ο Καβαλιέρε Βασίλιους με τον Latino έκαναν ρεμίξ μουσικής και ηχορυπαντικού «Μπιπ μπιπ»… και τέλος, προς ένδειξη διαμαρτυρίας οι μπαρ-τέντερς άρχισαν να σχεδιάζουν τον χώρο στον οποίο σκοπεύουν να βιδώσουν δυο τρία ντιβάνια, ώστε να μη χρειαστεί να βγαίνουν ούτε για τον ύπνο από το μπαρ. «Δεν δουλεύουμε σήμερα, αλλά πες μου εσυ τι θες να πιείς… έλα πές μου!» έλεγε αναψοκοκκινισμένος ο ταλαίπωρος μπαρμανΑΚΟΣ.

«Λοιπόν», προτείνει ο ένας (σε όλους κι όλοι σε έναν) ή το κλείνουμε τώρα και τους διώχνουμε, ή το πάμε μέχρι το ξημέρωμα και ζητάμε αύριο τα διπλά». Έτσι κι έγινε… Από εκεί που μας έδιωχναν με κάθε δυνατό τρόπο, άρχισε να στριφογυρίζει η πολύχρωμη ψηφιακή ντισκομπάλα, η μουσική δυνάμωσε, οι μπαρτέντερς φόρεσαν μάσκες κι άρχισαν να τρέχουν πίσω από το μπαρ με τον χαρταετό και την αμολοκαλούμπα… Σόου!

Στο σκαμπό μου οι λαθροθαμώνες είχαν παρκάρει γύρω στα 30 μπουφάν. Με θράσος έκατσα πάνω τους – ευτυχώς που είναι ψηλοτάβανο γιατί ειδάλλως θα είχα φτάσει στο ταβάνι. Πίσω μου είναι δυο βλαμμένοι γκόμενοι, ο Τέρας κι ο Σκιέρ. Ο Σκιέρ (καμία σχέση το παρουσιαστικό, απλά το μαλλί του ήταν σαν πίστα χιονοδρομικού) έσκυβε κάθε τρεις και λίγο να μου αμολήσει την εξυπνάδα που σκέφτηκε. Παράλληλα μασούσε την τσίχλα τόσο κατσικίσια, που εκτός ότι μου ερχόταν στη μύτη η απαίσια ξεθωριασμένη μυρουδιά, πεταγόντουσαν και σταγονίδια αηδίας, από αυτό το φρικιαστικό στόμα.  Η επιστήμονας Τζέντζέν αποχώρησε, διότι είχε κλινική την επόμενη ημέρα. Λίγο μετά όμως, το σόου είχε πάρει τόσο μεγάλες διαστάσεις, που ήταν αδύνατο να μην την ενημερώσω. Λέω με νόημα στη Ζωζώ «Α, δεν πάει άλλο, θα δώσω ραπόρτο…». Η Ζωζώ δεν κατάλαβε μάλλον, άνοιξε λίγο το στόμα (στην αρχή αισθησιακά, στην πορεία σαν χάνος) και γεμάτη έκπληξη ρωτάει «Τι; Πως γίνεται αυτό;». Οκ λέω, τη γ****με, πάλι μεθυσμένη είναι. Άκου εκεί πως γίνεται…
Μια άγνωστη κοπέλα, που όμως μου έμοιαζε εκπληκτικά, ορμάει ανάμεσά μας και δείχνοντας με την αδιακρισία της Ντράνας και το θράσος της Μπέμπας ουρλιάζει «Το κλωτσοσκούουουουουυουφιιιιι! Το πεφτοπούουουουουουλιιιιι!». Ήταν οργισμένη με τον τύπο που δεν του σηκωνότανε…(peftopouli opos leme peftasteri?)

Ξέχασα να σας πω βέβαια, ότι το προηγούμενο βράδυ πάνω στην μέθη η Ζωζώ με είχε λούσει με το ποτό από πάνω ως κάτω και τα τσιγάρα είχαν γίνει λούτσα. Αφού τα στεγνώσαμε με μεράκι π άνω στο καλοριφέρ, είχαν πάρει σχήμα κοραλιού. Η σωσίας μου άρπαξε ένα τσιγάρο… «Να, το βλέπεις;;; Έτσι του ήταν του Πεφτοπούλιιιιι!!!». Μεγάλε στιγμές και νομίζω καταλάβαμε όλες οι παρευρισκόμενες ποιανού είναι το πεφτοπούλικο πεφτοπούλι.

Λίγο πριν το μεγάλο τέλος, ένας ξανθός μεσήλικας, πολύ σοβαρός (μόνο σμόκιν δεν φορούσε)  μπήκε αθόρυβα και ύπουλα στο μαγαζί. Έκατσε μόνος του στο μπαρ και παρήγγειλε ένα Σκότς, το οποίο έπινε με ψηλό τον αμανέ. Η Τρόικα ήρθε στο Περε Ούμπου, σκέφτηκα.

Τα απρόοπτα είναι τα καλύτερα… Και μπορεί οι μπαρ-τέντερς να τα πήραν στο κρανίο, αλλά εμείς περάσαμε γαμάτα! Αν και στο τέλος, μας διώξανε clotsidon! (α, κι εσύ κλωτσοσκούφι να ξέρεις, ήταν η τελευταία σου ευκαιρία! ).
Ουάτς νέξτ; 

Δεν υπάρχουν σχόλια: